ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η μνήμη Παύλου Μελά και οι μικροί μαθητές

grammata-anagnwstwn--14

Κύριε διευθυντά
«Στου καφενείου το μέσα μέρος» κάθονταν οι δύο γέροντες κι άκουγε ο ένας τον άλλο με προσοχή, κοιτάζοντάς τον ατενώς στα χείλη για να «διαβάζει» τη ροή των λέξεων, λόγω συντρέχουσας βαρηκοΐας, αλλά και με εκφραστικότητα στα μάτια – επαληθεύοντας το «γέρων γέροντι γλώτταν ηδίστην έχει» των αρχαίων ημών… Ο ωτακουστής, λίγο παραπέρα, κοίταζε αδιάφορα ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει, αλλά τα έπιανε όλα ευκρινώς. «Πολύ συγκινήθηκα σήμερα», έλεγε ο ένας. «Δεν περίμενα να συγκινηθώ τόσο… Χρόνια είχα…». «Και μη μου πεις για τίποτε απροσδόκητες και ευειδείς παρουσίες», σάρκασε ο άλλος. «Ασε τις ανοησίες…

Είχα πολύν καιρό να δω εκδήλωση τιμής για τον Μακεδονικό Αγώνα. Και μάλιστα τόσο απλή, τόσο αληθινή και απροσποίητη. Παλιότερα, θυμάμαι, η επέτειος του θανάτου του Παύλου Μελά ήταν μέρα με περισσότερη φασαρία και λιγότερη γνησιότητα. Συμβατικός εορτασμός, που βυθιζόταν σιγά σιγά στη σιωπή μέχρις εξαφανίσεως τα τελευταία χρόνια. Ομως σήμερα…». «Δηλαδή, τι έγινε σήμερα και σε πήραν τα δάκρυα…» επέμεινε στο μάλλον καλόκαρδα ειρωνικό ύφος ο άλλος. Ασυναίσθητα σχεδόν ο ωτακουστής κούνησε την καρέκλα του να πάει πιο κοντά… «Περίμενα στη στάση της Αριστοτέλους, δίπλα στην Κόκκινη Εκκλησιά, την Παναγία των Χαλκέων, να έρθει το λεωφορείο 27. Είχα βαρεθεί… Να πω την αλήθεια, αν και μαθημένος, είχα μάλλον εκνευριστεί και η μέρα μου πήγαινε για φούντο. Ομως τι βλέπω ξαφνικά, καθώς σηκώθηκα να ξεμουδιάσω και γύρισα το βλέμμα μου προς τον Αγιο Δημήτρη. Μια ομάδα μικρών παιδιών με την ελληνική σημαία μπροστά, κατεβαίνοντας διέσχιζε τη λεγόμενη “Πλατεία Δικαστηρίων”.

Υπέθεσα ότι πήγαιναν προς το άγαλμα του Βενιζέλου. Ομως, όχι. Εστριψαν και καμαρωτά καμαρωτά μπήκαν στο παρκάκι με τις προτομές των Μακεδονομάχων. Ηταν, όπως ρώτησα και έμαθα, μαθητές της 6ης τάξης του 56ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης, που οι δάσκαλοί τους δεν ξέχασαν πως στις 13 Οκτωβρίου του 1904 έπεσε για την πατρίδα αυτός που τον είπαν εκείνο τον καιρό, όταν ο πατριωτισμός ήταν πράξη και όχι λόγια “Πρώτο χελιδόνι της Μακεδονικής Ανοίξεως”. Θα πεις, και τι ήταν το ιδιαίτερο που σου έκανε τόση εντύπωση… Ηταν η σεμνότητα, η σοβαρότητα των παιδιών, ο τρόπος που έγινε η κατάθεση ενός στεφανιού και ο Εθνικός Υμνος που έψαλαν όλοι μαζί, δάσκαλοι και μαθητές… Αλλά εδώ ήταν το μυστικό που με συγκλόνισε. Εψαλαν, μαζί με τα Ελληνόπουλα, παιδιά που φαίνονταν και ήταν από άλλες χώρες, άλλες φυλές, άλλους λαούς. Και με τι ζωηράδα, με τι ενθουσιασμό…

Και τότε, φίλε μου, καθώς έβλεπα την προτομή του δεσπότη Γερμανού Καραβαγγέλη και, δίπλα, του οπλαρχηγού Γεωργίου Τσόντου, του θρυλικού Καπετάν Βάρδα, ξέσπασαν μέσα μου οι αντίλαλοι από τα παιδικά μου χρόνια, οι μουσικές και των εμβατηρίων βροντεροί οι ήχοι, “Γεια σου, Βάρδα ξακουστέ, όμορφε, χρυσέ λεβέντη, γεια σου Βάρδα ξακουστέ”. Και ξέσπασαν μαζί, κι ας κοροϊδεύεις, οι λυγμοί στο στήθος μου και τα δάκρυα στα μάτια»…

Κάπου εκεί τελείωσε. Και το παράξενο ήταν, όχι που και του άλλου γέροντα τα μάτια κάτι τα πείραξε κι έβγαλε το μαντίλι του να τα σκουπίσει, παρά που και ο ωτακουστής έπαθε κάτι. Σαν να τον έπνιγε, βγήκε από το στήθος του ο στεναγμός, σηκώθηκε και έφυγε… Ολα αυτά συνέβησαν το πρωί της Παρασκευής 11 Οκτωβρίου 2019.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη