ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Πηγή αισιοδοξίας και μνήμες παιδικές

Πηγή αισιοδοξίας και μνήμες παιδικές

Κύριε διευθυντά
Οι γιορτές πέρασαν, οι μνήμες παραμένουν ανεξίτηλες και σαν προφορική παράδοση «παραδίδονται» στους νεότερους. Ποιος από τους σημερινούς παππούδες και γιαγιάδες δεν θυμάται τα «παλαιά» Χριστούγεννα και τις Πρωτοχρονιές της δεκαετίας 1940-1950; Ηταν δύσκολα χρόνια, Κατοχή, φτώχεια, πείνα, αρρώστιες χωρίς φάρμακα, φυλακίσεις, εξορίες, διχασμός, κάθε παιδί ζούσε την ιστορία της οικογένειάς του. Οταν έρχονταν όμως τα Χριστούγεννα, δυνάμωνε η ελπίδα ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες, και γι’ αυτό φρόντιζαν η γιαγιά και η μητέρα.

Το σπίτι άλλαζε. Τις πρώτες μέρες γινόταν το καθάρισμα του σπιτιού και το σφουγγάρισμα του πατώματος, μέχρι και τα μπρούντζινα χερούλια της πόρτας γυάλιζαν με μπράσο. Υστερα γινόταν μπουγάδα στην ξύλινη σκάφη με σαπούνι πράσινο και λουλάκι για ξεύγασμα. Το σιδέρωμα γινόταν με σίδερο γεμάτο αναμμένα κάρβουνα. Ετοίμαζαν τα ρουχαλάκια που θα φορούσαμε τα Χριστούγεννα. Παντελόνι με τιράντες και άσπρο πουκαμισάκι για εμάς τα αγόρια και άσπρο φουστανάκι με φραμπαλά για τα κορίτσια.

Για την παρασκευή των γλυκών, εφόσον υπήρχαν τα υλικά, το γενικό πρόσταγμα το είχε η γιαγιά. Καθάριζε το τραπέζι της κουζίνας, άπλωνε τον μουσαμά με τις ζωγραφιές, έβαζε τη μακριά μπροστέλα με τις τιράντες, ζητούσε από την κόρη της να της ανεβάσει το μανίκι του φουστανιού και ξεκινούσε.
Εβαζε στη μεγάλη πήλινη λεκάνη ζεστό νερό και ύστερα έριχνε το αλεύρι και τα ανακάτευε, μετά φώναζε για το γάλα, τον χυμό πορτοκαλιού, το λιωμένο βούτυρο, «σπάστε μου τα αυγά με προσοχή να μην πέσουν τσόφλια στη ζύμη», εμείς ένας ένας εκτελούσαμε τις διαταγές. Οταν τελείωνε η επεξεργασία της ανάμειξης, βιδώναμε τη μηχανή των κουλουριών στο τραπέζι, τοποθετούσαμε και το χωνάκι με τα δοντάκια, βάζαμε βούκες από το ζυμάρι και γυρίζαμε το χερούλι της μηχανής. Ενα ένα τα κατσαρωτά κουλουράκια έβγαιναν, τα έπαιρνε η μητέρα και τα αράδιαζε στη λαμαρίνα που είχε λαδώσει προηγουμένως.

Οταν γέμιζε η λαμαρίνα, άλειφε τα κουλούρια με κρόκο αυγού και ήταν έτοιμα για τον φούρνο. Υστερα ερχόταν η σειρά των κουραμπιέδων, αφού γινόταν η ζύμη, παίρναμε τα μικρά τσίγκινα καλούπια, που ήταν αστεράκια, καρδούλες, πεταλούδες, και φτιάχναμε τους κουραμπιέδες, η μητέρα τούς τοποθετούσε στην άλλη λαμαρίνα και έμπηγε στη μέση ένα γαρίφαλο.

«Μπρος, φύγετε για τον φούρνο». Ο φουρνάρης έγραφε με κιμωλία στις λαμαρίνες έναν αριθμό και το όνομα του πελάτη και τις έβαζε στη σειρά.

Υστερα από τρεις ώρες η γιαγιά μάς έλεγε «πηγαίνετε στον φούρνο, θα έχει ξεφουρνίσει τα δικά μας». Μερικές φορές γυρίζαμε με άδεια χέρια. «Δεν τις έριξε ακόμη», λέγαμε. «Πω πω, θα ξεραθούνε», έλεγε η γιαγιά, «πηγαίνετε να σταλιάσετε εκεί, να σας βλέπει για να τις φουρνίσει». Αλλά  να γευτούμε τα γλυκά απαγορευόταν.

«Να μην αρτυθείτε», φώναζαν γιαγιά και μητέρα, «πρώτα θα μεταλάβετε και μετά όλα είναι δικά σας».

«Τη βασιλόπιτα», έλεγε η γιαγιά, «θα τη φτιάξουμε με νέα συνταγή που μας την έδωσε μια φίλη μου από την Πόλη και θα την ψήσουμε στον φούρνο της γειτόνισσας, που θα τον ανάψει με ξύλα. Και έχω μια έκπληξη γι’ αυτόν που θα πετύχει το φλουρί». Ολες αυτές οι διαδικασίες των γιορτών μάς δυνάμωναν την αισιοδοξία ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες.

Χρηστος Ριτσος, Παπάγου