ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο «γάιδαρος» που άφηνε το γαϊδούρι στο προαύλιο

Ο «γάιδαρος» που άφηνε το γαϊδούρι στο προαύλιο

Κύριε διευθυντά
Οπως όταν πρωτογνωρίζεις έναν άνθρωπο –και σου προτείνει μια στιβαρή χειραψία– αισθάνεσαι πως έχεις να κάνεις με κάτι σοβαρό, σθεναρό και σίγουρο, έτσι ένιωσα διαβάζοντας τη συνέντευξη του υφυπουργού Εθνικής Αμυνας Αλκιβιάδη Στεφανή («Τα Νέα», Σάββατο, 8/2/2020). Κατακλείδα της είναι η εξής:

«Ο ελληνικός λαός θέλει την ασφάλεια και εμείς θα του τη δώσουμε […] Πρέπει να κάνουμε και κάνουμε αυτό που πρέπει! Κράτος δικαίου και ανθρωπισμός συμβαδίζουν με την εθνική ασφάλεια. Το μήνυμα αυτό στέλνουμε προς όλους».

Μακάρι η πράξη να είναι ισοβαρής με τα λόγια. Από όσο θυμάμαι, είχαμε πολύν καιρό να ακούσουμε κάποιον Ελληνα αρμόδιο να μιλάει τόσο λιτά και σταράτα:

«Η Εθνική Αμυνα αναλύει και προετοιμάζει σενάρια, αναλύει τουρκικές δυνατότητες, βλέπει τα δικά της κενά και τα συμπληρώνει. Κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Και είναι έτοιμη!».

Παραδέχομαι ότι τα λόγια του στρατηγού τονώνουν όχι μόνο το αίσθημα ασφάλειας, αλλά και μιας διστακτικής ακόμα και τόσο ανυπόμονης να βρει λόγο ύπαρξης εθνικής περηφάνιας – για τα παρόντα, βέβαια, όχι εκείνα τα κληρονομικά της Ιστορίας…

Ας μου επιτραπεί, τώρα, να μεταφέρω τις αναμνήσεις μου σε ένα διαφορετικό πεδίο, εξ αφορμής δύο επιστολών στην «Καθημερινή» του Σαββάτου, 8/2/2020. Η πρώτη, του κ. Ι. Α. Μακρή, με την ωραία ιστορία του γερο-Πανουργιά για το γνωστό «συμπαθές τετράποδο», και με την πλήρη λαογραφικών αναφορών και νοσταλγίας λεζάντα της φωτογραφίας, μου θύμισε μια άλλη ιστοριούλα, πραγματική, η οποία φαίδρυνε τα βλοσυρά πρόσωπα των παραγόντων και του ακροατηρίου μεταβατικού δικαστηρίου κατά την αρχαία εποχή της νεότητάς μου. Διεξαγόταν η δίκη, έπειτα από καταγγελία του διδασκάλου του χωριού, κατά συγχωριανού που άφηνε το γαϊδούρι του να βόσκει στο προαύλιο του σχολείου. Ο δάσκαλος, όταν, παρά τις διαμαρτυρίες του, ο αντίδικος ξαναπήγε το ζώο στο προαύλιο, το πήρε και το πήγε σε κοντινή ρεματιά. Παρά ταύτα, ο συγχωριανός το ξαναπήγε στο προαύλιο, οπότε και έγινε η προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Απολογούμενος τώρα ο κύριος του ζώου, επικαλέστηκε βίαιη μεταχείρισή του από τον δάσκαλο, όπως κάνουν τώρα κάποιοι φιλόζωοι, όταν ο δεχόμενος το γάβγισμα σκυλιού σκύβει και παίρνει πέτρα για να αμυνθεί. Η απολογία όμως έγινε με αναφορά στο όνομα του μηνυτή, ως εξής: «Αυτό το γομάρι, ο Λέγκουρας, κύριε πρόεδρε, το πήρε και το πήγε στο ποτάμι, να το χάσω! Πρέπει να τιμωρηθεί αυτός και όχι εγώ!». Περιττεύει να εξηγηθεί η οργή και η κατάπληξη του μηνυτή, από τα συγκρατημένα χάχανα του ακροατηρίου. Περιττεύει, επίσης, η εξήγηση ότι το όνομα Λέγκουρας είναι φανταστικό.

Η δεύτερη επιστολή, αυτή του κ. Μιχ. Μικρού, με τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τους αρχαίους δεσμούς Ελλάδας – Λιβύης, αναπόφευκτα ανακαλεί (σε επίρρωση, βέβαια) τον «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης» του Καβάφη, που … «Αρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια/σε δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,/ […] Αριστομένης, υιός του Μενελάου,/ Ως τ’ όνομά του κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική […]» – μια περαιτέρω απόδειξη εκείνων των αρχαίων σχέσεων.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη

Ο εθνικός διχασμός,ο Βενιζέλος, η Κύπρος
«Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας…»
Θουκυδίδης, βιβλίο Α, XX,3.

Κύριε διευθυντά
Ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι ο ισχυρισμός φίλου αρθρογράφου της «Καθημερινής» στο κυριακάτικο φύλλο της 2/2/20, ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος διέπραξε «μείζον πολιτικό έγκλημα όταν στις 6 Οκτωβρίου 1916 … εγκατέστησε στη Θεσσαλονίκη επαναστατική κυβέρνησή του και εκήρυξε έκπτωτο τον βασιλέα Κωνσταντίνο….» είναι, ίσως, λίγο υπερβολικός.

Πρόκειται για την κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης, ως απεκλήθη, που εσχημάτισε ο Βενιζέλος την 9η Οκτωβρίου 1916, στην οποία ο ίδιος «απέφυγε να προσδώση αντιδυναστικόν χαρακτήρα» (Σ.Θ. Λάσκαρις, «Διπλωματική Ιστορία της Συγχρόνου Ευρώπης», Θεσσαλονίκη, 1954, σελ. 56).

Ενα «μείζον πολιτικό έγκλημα»  είχε διαπραχθεί ένα χρόνο νωρίτερα, όταν τα ανάκτορα απέρριψαν πρόταση της Αγγλίας, που υπεστήριζε ο Βενιζέλος, να παραχωρήσει στην Ελλάδα την Κύπρο έναντι εξόδου μας στο πλευρό των συμμάχων. Την Κύπρο οι Αγγλοι κατείχαν de facto από το 1878 και de jure από 4/11/1914,  ότε την προσάρτησαν μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο (βλ. Σ.Θ. Λάσκαρις, σελ. 47,  Γ.Β. Ζωτιάδου, «Πολιτική και Διπλωματική Ιστορία των Νεωτέρων Χρόνων», Θεσσαλονίκη-Αθήνα, 1970, σελ. 241 και, εκτενέστερα, Ν.Ε. Παπαδάκης, «Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Ανθρωπος, ο Ηγέτης», Β΄ τόμος, σελ. 255).

Αναφερόμενος στην απόρριψη αυτή ο Παπαδάκης (Β΄ τόμος, σελ. 257) γράφει: «Ηταν πια φανερό ότι ο Κωνσταντίνος έβαζε τις σχέσεις του με τον Γερμανό αυτοκράτορα πάνω από τα συμφέροντα της χώρας. Ο Ζαβιτζιάνος (πρόκειται για τον γνωστό Κερκυραίο πολιτικό) χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά αυτή παραφροσύνη». Ως γνωστό, οι ανωτέρω σχέσεις ήσαν συγγενικές.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο Παν. Π. Πιπινέλης, στο βιβλίο του «Περισσότερον Φως, Η εθνική μας πολιτική κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον», Αθήνα, 1961,»  που συνέγραψε για να αντικρούσει «μια ασυνήθους βιαιότητος πολεμική κατά της πολιτείας του αείμνηστου Βασιλέως Κωνσταντίνου κατά την διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου» (σελ. 5), γράφει ότι ο Κ. Ζαβιτζιάνος ήταν ένας «εκ των ολίγων επιφανών Ελλήνων εξ όσων κατόρθωσαν να εξαιρώνται πραγματικά υπεράνω των παθών της εποχής του». Προφανώς αυτό δεν το κατάφερε ο Πιπινέλης, αφού στο ανωτέρω βιβλίο του ουδέν αναφέρει για την, ανωτέρω, απόρριψη της προσφοράς της Αγγλίας.

Ετσι απεδείχθησαν προφητικά τα λόγια τού τότε Αγγλου κυβερνήτου της Κύπρου: Μετά την ελληνική απόρριψη, όπως σημειώνει ο Παπαδάκης, «Το Λονδίνο απέσυρε αμέσως την προσφορά και ο κυβερνήτης μιλώντας στους Ελληνοκύπριους ηγέτες στη Λευκωσία τούς είπε: Το ζήτημα της ένωσης έκλεισε για πάντα» (Β΄ τόμος, σελ. 257).

Δημητριος Τσικουρης