ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οταν ο Στάλιν είδε τους αριθμούς

grammata-anagnwstwn--4

Κύριε διευθυντά
Κατά τον Ντισραέλι υπάρχουν «τα ψέματα, τα μεγάλα ψέματα και οι στατιστικές». Ο κ. Τσίπρας, αφού επιδόθηκε σε ψέματα και μεγάλα ψέματα, καταφεύγει στο ανώτερο στάδιο της προπαγάνδας, τις στατιστικές.

Η μέθοδος, γνωστή από δεκαετίες, απευθύνεται στην εξαμερικανισμένη φαντασία μας μέσω στατιστικών επιτευγμάτων. Ενα μπαράζ από αριθμούς και συνήθως ποσοστά που προσφέρονται για βολικές συγκρίσεις καθηλώνει τον θεατή ή τον ακροατή, ο οποίος εξουθενωμένος από τον θόρυβο και τους πανηγυρισμούς ξεχνάει την πραγματικότητα που ο ίδιος βιώνει. Φαίνεται ότι οι στατιστικές είναι τόσο ισχυρό προπαγανδιστικό όπλο, ώστε η ηγεσία της Στατιστικής Υπηρεσίας σε ανελεύθερα καθεστώτα κινδυνεύει να κατηγορηθεί για υπονόμευση και προδοσία. Ο Στάλιν διέταξε την εκκαθάριση της Στατιστικής Υπηρεσίας της ΕΣΣΔ όταν δυσαρεστήθηκε από τα αποτελέσματα μιας απογραφής. Ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει «εκκαθάριση» εκείνα τα χρόνια σε εκείνη τη χώρα με εκείνο το καθεστώς. Σε άλλες συνθήκες και άλλες εποχές, η δυσμένεια για στατιστικά στοιχεία που αντιστρατεύονται την προπαγάνδα επιφέρει ηπιότερες κυρώσεις. Απόδειξη οι ατελεύτητες δικαστικές περιπέτειες του Ανδρέα Γεωργίου που κατηγορείται επειδή αποκατέστησε την αξιοπιστία της ΕΛΣΤΑΤ μετά τον διεθνή διασυρμό των Greek statistics.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ειρωνευόταν τις «συγυρισμένες» στατιστικές με τη φράση «οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι άνθρωποι υποφέρουν». Δικαιώθηκε από τη θαυματουργή «διόρθωση» που έκανε πρόσφατα η ΕΛΣΤΑΤ στις εκτιμήσεις της για την πορεία της οικονομίας: σε 20 μέρες η μικρή ύφεση μετατράπηκε σε ελαφρά ανάπτυξη. Και η κυβέρνηση πανηγυρίζει διότι οι αριθμοί ευημερούν και πάλι.

Κωστας Γιαννοπουλος, Μαρούσι

Ο Κων. Μητσοτάκης και η Ναυτιλία

Κύριε διευθυντά
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σφράγισε με την πληθωρική του παρουσία μια μακρά περίοδο της πολιτικής ιστορίας του τόπου. Οι θέσεις του απέναντι σε κρίσιμα θέματα, τις οποίες πάντοτε διατύπωνε με εξαιρετική παρρησία και χωρίς ποτέ να υπολογίζει το πολιτικό κόστος, δικαιώθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους όσο ακόμα βρισκόταν στη ζωή. Απόλυτα δικαιολογημένες υπήρξαν όλες οι τιμητικές αναφορές απέναντι στον διακεκριμένο αυτό πολιτικό, τόσο από υποστηρικτές όσο και πολιτικούς του αντιπάλους. Γιατί ο Μητσοτάκης ήταν κατεξοχήν οπαδός της συναίνεσης. Εχοντας ο ίδιος βιώσει τα δεινά που προκάλεσαν στη χώρα διάφοροι εθνικοί διχασμοί στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, γνώριζε ότι μόνο χάρη στη συναίνεση ο τόπος μας θα μπορούσε να πάει μπροστά. Ιδιαίτερα όσο αφορούσε τα εθνικά μας θέματα.

Ενας τομέας τον οποίο ο Μητσοτάκης θεωρούσε πάντοτε από τους κορυφαίους της χώρας, ήταν αυτός της εμπορικής ναυτιλίας. Τον αντιμετώπισε πάντοτε ως εθνικό κεφάλαιο και πολιτεύτηκε διακηρύσσοντας έμπρακτα την πεποίθησή του ότι είχε ανάγκη υπερκομματικής αντιμετώπισης. Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διετέλεσε δύο φορές υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Η πρώτη το 1965, παράλληλα με τα καθήκοντά του ως υπουργός Συντονισμού και το 1990, ενώ ήταν πρωθυπουργός. Και στις δύο περιπτώσεις, η θητεία του συνέπεσε με προσπάθειες που είχαν σκοπό την ενίσχυση του εθνικού νηολογίου αλλά και την ανάδειξη του Πειραιά ως μεγάλου ναυτιλιακού κέντρου. Χάρη στη σταθερή του πίστη στον φιλελευθερισμό, πέτυχε να εμπνεύσει τους εφοπλιστές, όπως ακριβώς τους είχε εμπνεύσει ο θείος του Ελευθέριος Βενιζέλος. Συγχρόνως όμως, έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση απέναντι στον Ελληνα ναυτικό. Για τον λόγο αυτό, μία από τις πρώτες αποφάσεις της ιστορικής κυβέρνησης συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με τα κόμματα της Αριστεράς το 1989, ήταν η θεσμοθέτηση της εναλλασσόμενης εκπαίδευσης στις ναυτικές σχολές. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία την οποία στήριξε δυναμικά ο ίδιος ο Μητσοτάκης, έδωσε πνοή στην υπόθεση της δημιουργίας νέων και καλά καταρτισμένων στελεχών για την εμπορική ναυτιλία.

Το τελευταίο κείμενο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που αφορά την εμπορική ναυτιλία πριν από την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική στις αρχές του 2004, δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2003. Ηταν η πολύτιμη συνεισφορά του σε αφιέρωμα του περιοδικού ΑΡΓΩ για τα 50 χρόνια από την απόφαση υιοθέτησης νέου θεσμικού πλαισίου για τη ναυτιλία από την κυβέρνηση Παπάγου το 1953. Το παραθέτω μιας και εμπεριέχει το απόσταγμα της φιλοσοφίας του Μητσοτάκη γύρω από τον εθνικό ρόλο της εμπορικής μας ναυτιλίας: «Οταν, συχνά, ερωτώμαι –ιδίως από ξένους– σε ποιους τομείς η νεωτέρα Ελλάδα επέτυχε να αναγεννηθεί πλήρως και να υπενθυμίσει ότι αποτελεί διάδοχο της δόξας της αρχαίας, αδιστάκτως απαντώ το εξής: Η νεώτερη Ελλάδα αναγεννήθηκε πλήρως σε δύο, κυρίως, τομείς: Στην ποίηση και στη θάλασσα! Πραγματικά διαπρέψαμε, με σειρά ολόκληρη μεγάλων ποιητών, στην πρώτη και με τα πλοία μας, τους εφοπλιστές και τους ναυτικούς μας, στη δεύτερη. Η ναυτιλία μας –κι αυτό πρέπει να λεχθεί ξεκάθαρα– είναι η δόξα της Ελλάδος. Οι Ελληνες ναυτικοί (και με τον όρο αυτό εννοώ όλον τον ναυτικό μας κόσμο) κατάφεραν να μας προσφέρουν μιαν ανεπανάληπτη εθνική πρωτιά. Και το κατάφεραν αποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι μπορούν να ανταγωνίζονται στο αμείλικτο διεθνές οικονομικό περιβάλλον επί ίσοις όροις και να επικρατούν. Ετσι, η ελληνική πλοιοκτησία κατέχει σήμερα πάνω από το 50% του συνολικού tonnage της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το 17% περίπου του παγκόσμιου. Η θέση της σημαίας μας βέβαια, καίτοι υψηλή, δεν είναι εξίσου ισχυρή. Αλλά για τη διαφορά αυτή μεταξύ ιδιοκτησίας και σημαίας οφείλουμε, ως ελληνικό κράτος, να μεμφόμεθα κυρίως τον εαυτό μας. Στις πολιτικές μου ομιλίες της περιόδου 1989-90, το παράδειγμα στο οποίο ανέτρεχα για να αποδείξω τις δυνατότητες της Ελλάδος και των Ελλήνων σε σχέση με τα μέτρια, εντός της χώρας, οικονομικά μας επιτεύγματα αφορούσε την ελληνική ναυτιλία. Πάντοτε θεωρούσα ότι η ναυτιλία μας συνιστά το κατ’ εξοχήν παράδειγμα για όλους τους τομείς. Ενα παράδειγμα ικανό να μας εφοδιάσει με δύναμη και έμπνευση για αλλαγές σε ολόκληρη την οικονομική μας πορεία.

Η μεγάλη ελευθερία δράσεως που προσέφερε στους Ελληνες εφοπλιστές ο επί ίσοις όροις διεθνής ανταγωνισμός, σε σχέση με τα δεσμά που χάλκευε εντός των συνόρων το σύγχρονο ελληνικό κράτος για την επιχειρηματικότητα, είναι το στοιχείο εκείνο που κάνει τη διαφορά. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η φιλελεύθερη αντιμετώπιση των θεμάτων της οικονομίας πρέπει να παραδειγματιστεί από τα επιτεύγματα της παγκόσμιας ελληνικής ναυτιλίας. Αλλά το ελληνικό κράτος για να επωφεληθεί του παραδείγματος, πρέπει να κατανοήσει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι πράττει σήμερα και τις δικές του συγκεκριμένες ευθύνες έναντι της ναυτιλίας. Με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων από πλευράς ελληνικού κράτους, η διαφορά θέσεως μεταξύ πλοιοκτησίας και σημαίας θα μπορούσε να είναι πολύ μικρότερη. Για να ληφθούν όμως τέτοια μέτρα –και κυρίως για να αποδώσουν– πρέπει όλοι να αντιληφθούν ότι πλοιοκτησία, κράτος και εργαζόμενοι έχουν κοινό συμφέρον να επιβιώσει και να διαπρέψει η ναυτιλία μας. Ευτυχώς οι καιροί είναι και πάλι κατάλληλοι για τομές:

Η ελληνική κοινή γνώμη είναι λιγότερο δύσπιστη σήμερα προς την πλοιοκτησία απ’ ό,τι κατά το πρόσφατο σχετικά παρελθόν, όταν η δημαγωγία συσκότιζε τη γνώση και την ευθυκρισία. Σήμερα υπάρχει συμπάθεια και κατανόηση.

Αντιλαμβάνονται πλέον όλοι ότι η εμπορική μας ναυτιλία προσφέρει και δεν ζητά τίποτε απ’ το κράτος παρά μόνον να μη της θέτει άνισους όρους απέναντι στον σκληρό παγκόσμιο ανταγωνισμό. Ενα σχετικά καινούργιο πρόβλημα είναι φυσικά η έλλειψη επαρκούς έμψυχου δυναμικού, ναυτικών, για τα πλοία μας. Η ορθή όμως –και εκτεταμένη– προβολή των πλεονεκτημάτων της ναυτιλίας, τα κίνητρα, η παιδεία και ιδίως η αναβάθμιση της εικόνας του ναυτικού μπορούν να παίξουν καίριο ρόλο στο να ξεπεραστεί και αυτό το πρόβλημα. Ολα είναι άλλωστε και καλύτερα και πιο εύκολα σήμερα πάνω στο πλοίο.  Πρέπει οι νέοι της Ελλάδος να παρακινηθούν, αλλά και να βοηθηθούν, για να στραφούν και πάλι με αγάπη προς τη θάλασσα συνεχίζοντας τη μακραίωνη παράδοση της φυλής μας. Με αυτήν την ευχή και την ελπίδα, εκφράζω άλλη μια φορά την αγάπη μου και την αμέριστη συμπαράστασή μου προς ολόκληρο τον ναυτικό κόσμο της Ελλάδας».

Γιωργος Μ. Φουστανος, Ιστορικός ερευνητής

Μιθριδατισμός ενός λαού

Κύριε διευθυντά
Ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης, που φοβόταν μήπως τον δηλητηριάσουν, έμαθε τον οργανισμό του να εθίζεται στο δηλητήριο, παίρνοντας καθημερινά όλο και πιο ισχυρή δόση, ώστε να αντέξει σταδιακά σε θανατηφόρα δόση. Αυτό το φαινόμενο ονομάστηκε από την επιστήμη μιθριδατισμός. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σταδιακή εξοικείωση και αποδοχή γεγονότων που έως τώρα θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα.

Καθημερινές σχεδόν ειδήσεις, πολλές από τις οποίες δεν γράφονται πια ούτε στα «ψιλά» των εφημερίδων ή στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης. Φαίνεται πως εμείς, ως λαός, κάτι σοβαρό έχουμε πάθει ομαδικώς. Δεν εξηγείται αλλιώς γιατί τα παρακάτω γεγονότα του τελευταίου καιρού δεν δείχνουν να συγκινούν ούτε τους πολίτες ούτε την πολιτεία. Στον τοίχο κάποιου πανεπιστημίου γράφονται απειλητικά μηνύματα κατά καθηγητή. Κανείς, ούτε καν η πολιτεία, δεν αντιδρά· σε αίθουσα άλλου πανεπιστημίου εισβάλλουν ροπαλοφόροι και διακόπτουν με τη βία παράδοση μαθήματος. Κανείς δεν αντιδρά· οι δάσκαλοι (και οι καθηγητές) απορρίπτουν αναφανδόν την αξιολόγησή τους, προφανώς γιατί αξιολογήθηκαν άπαξ –όταν προσλήφθηκαν–, οπότε κάθε νέα αξιολόγηση (πράγμα που γίνεται στους εκπαιδευτικούς όλου του κόσμου) είναι περιττή· όποια ομάδα γουστάρει, μπαίνει σε δημόσιες υπηρεσίες, εφορίες, δημαρχεία, σχολεία, τα κάνει γυαλιά-καρφιά, αρπάζει και υπολογιστές και άλλα πράγματα αξίας και εξαφανίζεται. Αναρχοαυτόνομοι, με ορμητήριο το Πολυτεχνείο, επιτίθενται με μολότοφ και πέτρες σε μονάδα ΜΑΤ στην Πατησίων. Ομως… κανείς, ούτε καν η πολιτεία αντιδρά. Ομάδες νεαρών μπουκάρουν σε σταθμούς μετρό, σπάνε ακυρωτικά μηχανήματα ή καίνε λεωφορεία, κανείς δεν συλλαμβάνεται και ουδείς αντιδρά· η κυβέρνηση ομνύει ότι θέλει επενδύσεις (χωρίς αυτές δεν έρχεται αυτή η ρημάδα η ανάπτυξη), αλλά κάποιοι υπουργοί της ανακαλύπτουν δάση ή αρχαία στο Ελληνικό ή βάζουν συνεχώς προσκόμματα σε συμφωνημένες αποκρατικοποιήσεις. Ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς και θα μπορούσα να συνεχίσω για σελίδες. Είναι φανερό όμως ότι ο Ελληνας δεν αντιδρά πια, γιατί πάσχει από μιθριδατισμό, έχει εθιστεί δηλαδή στα παραπάνω τοξικά φαινόμενα.

Σταυρος Σταφυλακης

Τα τραπουλόχαρτα και η πτώχευση

Κύριε διευθυντά
Ηταν νωπή στους πολιτικούς της μεταπολίτευσης η ξένη επιτροπεία που μας είχαν επιβάλει οι δανειστές στην προηγούμενη πτώχευση εν έτει 1898, η οποία διατηρήθηκε έως τη δεκαετία του 1970. Εμείς οι παλαιότεροι ζήσαμε εκείνο τον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο (ΔΟΕ) που έλεγχε μονοπωλιακά τα καύσιμα, το αλάτι, τα σπίρτα και τα τραπουλόχαρτα. Και σε εκείνη την πτώχευση, αν διαβάσει κανείς τους τότε χρονογράφους, βασίλευαν τα ίδια γονιδιακά ελαττώματα, όπως η διαπλοκή των κυβερνώντων με τους ισχυρούς παράγοντες της οικονομίας, οι πολλαπλάσιοι διορισμοί που σιτίζονται από τον κρατικό κορβανά, κοινώς ψηφοφόροι προς εξασφάλιση της πολυπόθητης εξουσίας. Το χρέος που παρέλαβε η μεταπολίτευση ήταν γύρω στο 20% του ΑΕΠ με τα δάνεια των αγροτών χαρισμένα και ξοφλημένα. Το Δημόσιο τότε απασχολούσε γύρω στους 300.000 υπαλλήλους, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα ο αριθμός αυτός πολλαπλασιάστηκε περνώντας το ένα εκατομμύριο χωρίς να σημειωθεί σημαντική ποιοτική διαφορά, αφού παντού βασιλεύει η ίδια γραφειοκρατία. Για τρεις δεκαετίες πορευτήκαμε αγκαλιά με τη λαμογιά και τη διαπλοκή χωρίς αξιοκρατία. Εστιάζαμε στο δέντρο που λέγετε εξουσία και αγνοούσαμε ολόκληρο το δάσος που λέγεται πατρίδα. Δανειστήκαμε υπέρμετρα πέντε φορές παραπάνω από τις αντοχές μας, χώρια τα εκατόν εξήντα δισ. που πήραμε χαριστικά από την Ε.Ε. για να αναπτυχθούμε. Αντί για υποδομές και μεταρρυθμίσεις αρκεστήκαμε στα πανηγύρια αντάμα με λαϊκισμό και δημαγωγία με απώτερο στόχο την εξουσία. Ετσι μεταξύ αστοχίας και ασωτίας το πολιτικό μας σύστημα οδήγησε τη χώρα σε μια πρωτόγνωρη πτώχευση και χωρίς ελπίδα. Αισίως διανύουμε επτά χρόνια από τη διαπιστωμένη πτώχευση, αποδεχθήκαμε τρία μνημόνια, υποθηκεύσαμε τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια κι από πάνω προτείναμε και αυτόματο κόφτη που ένας θεός ξέρει τι επιπτώσεις θα έχει όταν χρειαστεί να λειτουργήσει. Παρ’ όλα αυτά οι δανειστές και οι εταίροι δεν μας εμπιστεύονται, μας γνωρίζουν από το παρελθόν που όσους νόμους κι αν ψηφίζαμε έμεναν μόνο στα χαρτιά και τους θεσμούς ανήμπορους να πράξουν το καθήκον τους.

Δημητρης Μαυραειδοπουλος