ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Το Τσοτύλι, οι παζαρόστρατες, οι ορεσίβιοι και το ψυχομέτρημα

grammata-anagnwstwn--6

Κύριε διευθυντά
Στις αρχές του 20ού αι., όταν ακόμη τα ελληνικά σύνορα βρίσκονταν στη Μελούνα, συνεργάτης της εφημερίδας «Αλήθεια» Θεσσαλονίκης (η οποία αργότερα πήρε τον τίτλο «Νέα Αλήθεια» και επί δεκαετίες αποτελούσε ένα από τα εγκυρότερα όργανα του ελληνικού Τύπου, ειδικά για τα θέματα της Β. Ελλάδας, υπό τη διεύθυνση των Αδελφών Κούσκουρα), πήγε σε «αποστολή». Προορισμός του ήταν ο τότε καζάς της Ανασελίτσας (σημερινή επαρχία Βοΐου), που παρουσίαζε πολλαπλό ενδιαφέρον, επειδή αφενός μεν ήταν στρατιωτικό κέντρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, μιας και είχε εγκατασταθεί στο Λειψίστι, τη σημερινή Νεάπολη, το στρατηγείο της Λάρισας μετά τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) και την ένωση με την Ελλάδα της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου, αφετέρου όμως ήταν ένα σημαντικό πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, αφού λειτουργούσε στο Τσοτύλι από τριακονταετίας· το περίφημο Γυμνάσιο της Μακεδονικής Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος, υπό την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κάτω από το άγρυπνο και καχύποπτο βλέμμα της τουρκικής αρχής. Αλλά το Τσοτύλι εκτός από ένα πνευματικό κέντρο, ήταν και το εμπορικό κέντρο της περιοχής, χάρη στο παζάρι του κάθε Σάββατο, τις μεγάλες εμποροπανηγύρεις της Αγίας Μαρίνας (κάθε Ιούλιο) που αντλούσαν καταγωγή απ’ τα βυζαντινά χρόνια, και τη μεγάλη επίσης εμποροπανήγυρη Οκτωβρίου, κυρίως για τα γεωργικά προϊόντα.

Με την υπογραφή «Αλιάκμων» ο συνεργάτης της «Αλήθειας», σε μία σειρά αρκετών δημοσιευμάτων (που τα εντόπισε ο ακάματος Μανόλης Κανδυλάκης), παρουσίασε διαπιστώσεις, εντυπώσεις, συμπεράσματα από την «αποστολή», κείμενα εξαιρετικού ενδιαφέροντος.

Εκεί λοιπόν αναφέρει μια λεπτομέρεια χαρακτηριστική: Το παζάρι του Τσοτυλίου ονομάζεται Καρί-παζάρ (ήτοι, παζάρι των γυναικών), διότι οι άντρες της περιοχής λείπουν στα ξένα και το εμπόριο το κάνουν οι γυναίκες τους. Για το ίδιο παζάρι όμως ακούστηκε και τώρα το όνομα Εχτιάρ-παζάρ. Και να γιατί: Για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία του Ελληνισμού στερεύουν οι πηγές της αέναης ανανέωσής του. Για πρώτη φορά η ροή ανθρώπων ορεσίβιων, υγιών, δυνατών, με πνεύμα ανεξαρτησίας αναπτυγμένο μέσα στο φυσικό περιβάλλον, σταμάτησε. Για πρώτη φορά τα ορεινά χωριά της Ελλάδας, ανθηρά και πολύκαρπα λιβάδια ζωής έχουν μαραθεί. Σαν γριά διακονιάρισσα η ερημιά (κατά τη δραματική παρομοίωση του Παρασκευά Μηλιόπουλου) σέρνει τα βήματά της στα καλντερίμια τους και στις καλιγωμένες αυλές. Εχτιάρ-παζάρ, στα τούρκικα, θα πει παζάρι των γερόντων κι αυτό πάει κατευθείαν στο γεγονός ότι όλο και λιγοστεύουν οι νέοι άνθρωποι στην περιοχή του Τσοτυλίου, στα γύρω ορεινά χωριά που ήταν πολυάνθρωπα και σφριγηλά, όλο κι αλλάζουν οι δημογραφικές στατιστικές. Τα ποσοστά των ηλικιωμένων μεγαλώνουν συνεχώς, αν και αυτοί ένας ένας αποχαιρετούν και οι πένθιμες καμπάνες όλο και πιο συχνά, με τον αργό και λυπημένο χτύπο τους, αναγγέλλουν αναχωρήσεις. Ο «Αλιάκμων» της «Αλήθειας» (εφημεριδογράφος εκείνης της εποχής με συμβολική ψευδωνυμία το όνομα του ποταμού πού πηγάζει από τη Δυτική Μακεδονία και τη διασχίζει) στις απαρχές του 20ού αι., έγραφε με θαυμασμό για το αμέτρητο πλήθος των ανθρώπων που συνωθούνταν στους δρόμους του Τσοτυλίου, ενώ οι περίφημες παζαρόστρατες έφερναν και πήγαιναν αδιάκοπα κόσμο και εμπορεύματα από τα χωριά και τα κεφαλοχώρια των πυκνοκατοικημένων βουνών. Ομως τώρα μόνο τα καλοκαίρια, το Πάσχα και τις μεγαλογιορτές, αν τύχει κοντά το Σάββατο, τα παζάρια του Τσοτυλίου, όπως και οι πλατείες των ορεινών χωριών μας, γεμίζουν από κόσμο κι από τιτιβίσματα παιδιών, που τα φέρνουν οι γονείς τους για να μη χάσουν τις ρίζες τους. Τον άλλο καιρό, το παζάρι μοιάζει με αραιή σύναξη, όπου κυριαρχούν οι γέροντες. Γι’ αυτό κι ο τουρκομαθής είπε: – Εχτιάρ-παζάρ.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας – Θεσσαλονίκη