ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

H Σμύρνη, ο αρμοστής και ο νόμος του 1922

grammata-anagnwstwn--11

Κύριε διευθυντά
Την 8η Μαρτίου ο ιατρός Γεώργιος Αραμπατζής, με το υπό τον τίτλο «Η σφαγή της Σμύρνης, ο ύπατος αρμοστής και τα μοιραία διαβατήρια» δημοσίευμά του στην «Καθημερινή», υπενθύμισε στο αναγνωστικό της κοινό ότι ο διορισθείς από τον Βενιζέλο αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης ηρνείτο να χορηγήσει άδειες αφίξεως στην Ελλάδα, πολλών Ελλήνων Μικρασιατών τουρκικής υπηκοότητος, βάσει του νόμου 2810/16ης Ιουλίου 1922, της τότε φιλοβασιλικής ελληνικής κυβέρνησης. Μάλιστα έκλεισε το κείμενό του με την πολυσυνηθισμένη ατάκα, «πώς οι ιστορικοί του μέλλοντος θα χαρακτηρίσουν αυτόν τον ακατανόητο νόμο;».

Χωρίς να αμφισβητώ όσα ο κατ’ επανάληψιν φιλοξενούμενος στην «Καθημερινή» ιατρός καταθέτει, θα δηλώσω ευθαρσώς ότι εγώ κατανοώ και τον νόμο και τις ενέργειες του Στεργιάδη, σε αντίθεση με τον επιστολογράφο, ο οποίος μετά πάροδο σχεδόν εκατό ετών από τα ιστορούμενα γεγονότα, αναμένει την κρίση μελλοντικών ιστορικών για θέματα που εξαντλητικά έχουν κριθεί και στην «Καθημερινή» και σε αυτοτελή ιστορικά βιβλία.

Ιδού οι απόψεις μου: Αρχικά οφείλω να πληροφορήσω τους αναγνώστες της εφημερίδας ότι ο νόμος που ενσωματώθηκε σε βασιλικό διάταγμα, δημοσιευθέν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 20ή Ιουλίου 1922, είναι προγενέστερος της υπό ημερομηνία 13 Αυγούστου 1922 επίθεσης του τουρκικού στρατού, η οποία διέρρηξε το ελληνικό μέτωπο.

Στη συνέχεια, πρέπει να διευκρινίσω ότι η ελληνική ομογένεια της Μικράς Ασίας είχε καταληφθεί από έντονη ανησυχία σχετικά με την ικανότητα του ελληνικού στρατού να την προστατεύσει επαρκώς και η τάση φυγής της διαρκώς ενισχύετο. Ομως η εγκατάλειψη της πατρώας μικρασιατικής γης από τους ελληνικούς πληθυσμούς ήταν εις βάρος των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων, οι οποίες αποτελούσαν τότε το αντικείμενο διαδοχικών διεθνών διασκέψεων και της επικείμενης συνεδρίασης της διάσκεψης της Φλωρεντίας.

Ετέρωθεν διαρκής στόχος της Τουρκίας –πρόσφατα των Νεότουρκων– ήταν να εκδιωχθούν οι πληθυσμοί των χριστιανικών μειονοτήτων, κυρίως των Ελλήνων και των Αρμενίων, που ζούσαν στην επικράτειά της. Μάλιστα ο Βενιζέλος, προ της ενάρξεως του Μεγάλου Πολέμου, είχε προτείνει –υπήρξαν και επαφές επιτροπών– να ανταλλαγούν οι Ελληνες της Τουρκίας με τους Τούρκους της Ελλάδας. Βέβαια η κατάληψη της Σμύρνης και η αποχώρηση του ελληνικού στρατού επέτρεψαν στους Τούρκους να λύσουν βιαίως το θέμα των μειονοτήτων στη Μ. Ασία. Ο Κεμάλ έδωσε διορία στους Ελληνες –εξαίρεσε τους έχοντες στρατεύσιμη ηλικία– να εγκαταλείψουν τη Σμύρνη εντός του Σεπτεμβρίου 1922 και ο Νουρεντίν Πασάς, που διορίσθηκε τοποτηρητής, και παρέτεινε αυτή την προθεσμία και επέτρεψε εντός των αυτών χρονικών ορίων την αναχώρηση των Ελλήνων άλλων περιφερειών, από τα λιμάνια του Τσεσμέ, του Αϊβαλιού και τα Βουρλά.

Τέλος, επειδή η Ιστορία διδάσκει, ειδικά οξύνει την ιστορική κρίση –είναι λάθος ότι επαναλαμβάνεται–, ας θυμηθούμε δύο πρόσφατα ανάλογα και ακανθώδη προβλήματα του Ελληνισμού. Το πρώτο ανάγεται στην πολιτική της χώρας μας να μείνουν οι Βορειοηπειρώτες στις εστίες τους και το δεύτερο αφορά τις επικρίσεις που δέχθηκε στην Κύπρο ο Γλαύκος Κληρίδης για τη μετακίνηση των Ελληνοκυπρίων από τα Κατεχόμενα.

Αυτά τα ολίγα, σε σχέση με όσα για λόγους συντομίας παρέλειψα, μου επιτρέπουν να συμπεράνω ότι ο νόμος 2870/1922 θα παραμένει ακατανόητος για όσους δεν θέλουν να κατανοήσουν τη στόχευσή του. Βέβαια, τελικά, δεν προσέφερε την παραμικρή ωφέλεια. Οσοι όμως κρίνουν τα ιστορικά γεγονότα αποκλειστικά εκ του αποτελέσματος, πέφτουν σε ασυγχώρητο σφάλμα. Αλλά αυτό χρειάζεται ειδική ανάπτυξη.

Ιωάννης Ανδρικόπουλος, Δικηγόρος – Ζωγράφου