ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ξετυλίγοντας μνήμες μέσω της Αρετσούς

Ξετυλίγοντας μνήμες μέσω της Αρετσούς

Κύριε διευθυντά
Ο τίτλος μιας είδησης στην οικονομική «Καθημερινή» (8 Ιαν.) υπήρξε ένα προσωπικό, ανυπολόγιστο, μεθεόρτιο δώρο. Επιτρέψτε μου να μοιραστώ με τους συν-αναγνώστες τόσο την έκπληξη όσο και τη συγκίνηση. Ο τίτλος της πληροφορίας αφορούσε τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης για τρεις μαρίνες ανά την επικράτεια. Η μία από τις τρεις ήταν η Αρετσού.

Ενα ξεχασμένο και για πολλούς (ακόμη και για σύγχρονους κατοίκους της γενέτειράς μου Θεσσαλονίκης) άγνωστο τοπωνύμιο. Τις πολλές δεκαετίες της επαγγελματικής (και αναγνωστικής) μου διαδρομής δεν βρήκα μπροστά μου τη λέξη «Αρετσού». Ως φαίνεται, την εξουδετέρωσε η Καλαμαριά, ένα τοπώνυμο που δεν είχαν ακούσει τα αυτιά ενός 7χρονου αγοριού, παίζοντας στην αμμουδιά της Αρετσούς.

Καλοκαίρι του ’40, έναν-δύο μήνες προτού ξεσπάσει ο πόλεμος. Οι γονείς μου με έβαλαν στο τρένο από Αθήνα για Θεσσαλονίκη με προορισμό να μείνω με τον παππού (Μόσχο) και τη γιαγιά (Καλλιόπη) Σακελλαρίδη, μέχρι να αρχίσει το σχολείο για την Α΄ Δημοτικού. Εχοντας, ως πρόσφυγες, εγκαταλείψει υπάρχοντα και περιουσίες στις Σαράντα Εκκλησιές (τουρκιστί Κιρκ-Κλαρελί) της Ανατ. Θράκης, ύστερα από μια διετία ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας, το ζεύγος των προπατόρων φιλοξενούσε στο 2,5 δωματίων, υπερυψωμένο προσφυγόσπιτο (χάρις στον Μιχάλη Κύρκο, υπουρ. Πρόνοιας) τον πιτσιρικά εγγονό του.

Θερινοί μήνες ξεγνοιασιάς. Καθημερινή βόλτα από το σπίτι μέχρι τη θάλασσα και κύριο προορισμό την ψαροταβέρνα «Παράδεισος» με ξύλινη βεράντα δίπλα ακριβώς από το κύμα. Εκεί με φιλαράκια μαζεύαμε τα καπάκια από τις μπίρες FIX για να παίξουμε το «δούναι και λαβείν».

Με την παρουσία στην Αρετσού δεν έλειψε και η επίσκεψη στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Οπως θυμάμαι, ήταν μια περισσότερο αγροτοπανήγυρη παρά οτιδήποτε άλλο. Χαραγμένα στη μνήμη μου οι τεράστιες νεροκολοκύθες, τα μεγάλα ολοστρόγγυλα καρπούζια και τα τερατώδη πεπόνια και αγγούρια.

Με την επιστροφή στην Αθήνα ήχησαν οι σειρήνες του πολέμου. Εκτοτε η Αρετσού έμεινε μνήμη. Για να επιστρέψει χάρη στην Οικ. «Κ.» έπειτα από επτά δεκαετίες. Ενα μεγάλο. ευχαριστώ.

Μαριος Καλφογλου, Συντ. ΕΣΗΕΑ, Μάδαινα Μεσσήνης