ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η οδύσσεια μιας διαφυγής στην Τουρκία, το 1944

14grammata-anagnwstwn

Κύριε διευθυντά
Ο κ. Ερντογάν επαίρεται για την καλή συμπεριφορά της Τουρκίας προς τους Ελληνες που προσέφευγαν στη χώρα του  κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής 1941-1944. Εχω όμως ακούσει από διαφυγόντες που δεν είναι πια εν ζωή ότι υπέφεραν τα πάνδεινα στην Τουρκία όταν κατέφυγαν εκεί. Θα περιορισθώ μόνον στην περιγραφή της δικής μου διαφυγής μέσω Τουρκίας την άνοιξη του 1944. Εγερνε τότε αισθητά η ζυγαριά του πολέμου υπέρ των Συμμάχων και η Τουρκία ήταν ανεκτική για  τους Ελληνες συμμάχους της Αγγλίας.  Πόλεμο πάντως κατά της Γερμανίας κήρυξε μόνον εκ του απολύτως ασφαλούς ένα έτος μετά, στις 23 Φεβρουαρίου 1945.
Το βράδυ της  29ης  Απριλίου 1944, με τη βοήθεια της  αντιστασιακής οργανώσεως στην οποία ήμουν εντεταγμένος, επιβιβάσθηκα μαζί με άλλους 30 σε ακτή κοντά στη Λούτσα (Αρτέμιδα) σε ένα καΐκι και μας στοίβαξαν στο κύτος του σαν σαρδέλες σε κονσέρβα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Εβραίος αρχιμουσικός της Λυρικής Σκηνής Βάλτερ Πφέφερ. Επειδή ο πολλών μποφόρ άνεμος που έπνεε δεν επέτρεψε στον καπετάνιο να περάσει το Κάβο Ντόρο, μας αποβίβασε σε απότομη βραχώδη ακτή της νοτίου Ευβοίας και πήγε και πόδισε στην Κάρυστο. Μετά τριών ημερών αγωνία χωρίς τροφή και νερό στα βράχια, ήλθε και μας πήρε το καΐκι και καταπλεύσαμε πριν ξημερώσει σε τουρκική ακτή απέναντι από τη Χίο. Για να βγούμε στην ξηρά πηδήξαμε στη θάλασσα. Στην ακτή μας συνέλαβαν Τούρκοι στρατιώτες, άναψαν φωτιά για να στεγνώσουμε και ένας δυο απ’ αυτούς πήραν κοσμήματα από τις γυναίκες. Μετά μας πήγαν με τα πόδια στο χωριό Τσεσμέ και μας μάντρωσαν σε ένα χάνι. Εκεί ανέλαβε τα έξοδα της φιλοξενίας μας ένας πράκτορας των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών.

Την επομένη 6 Μαΐου μας πήγε ο πράκτορας με λεωφορείο στη Σμύρνη όπου ασχολήθηκε μαζί μας το ελληνικό προξενείο και μας έδιδε τρεις λίρες Τουρκίας ημερησίως για τροφή και στέγη. Μας έδωσε και το εισιτήριο για να μεταβούμε σιδηροδρομικώς στην υπό βρετανική κατοχή Συρία και ταξιδέψαμε με κυπριακά διαβατήρια που μας έδωσε το  βρετανικό προξενείο. Το τουρκικό δημόσιο δεν ξόδεψε για μας ούτε ένα γρόσι.

Το ταξίδι με το τρένο διήρκεσε δύο ημέρες και όταν φθάσαμε στο Χαλέπι της Συρίας, μας μάντρωσαν σε έναν παλαιό οθωμανικό στρατώνα. Εκεί μας έγδυσαν, μας ψέκασαν με εντομοκτόνο σε όλα τα τριχωτά μέρη του σώματός μας, μας έστειλαν μετά να πλυθούμε σε υπαίθρια ντους και μας έδωσαν τα ρούχα μας κλιβανισμένα μαζί με μία κουβέρτα και ένα στρώμα για να πλαγιάζουμε στο δάπεδο του θαλάμου.

Μετά από 35 ημερών μάντρωμα, μας επιβίβασαν σε βαγόνια μεταφοράς ίππων γεμάτα ψύλλους και μας μετέφεραν σιδηροδρομικώς σε ένα αχανές στρατόπεδο Ελλήνων προσφύγων στο  Νουζεϊράτ της Γάζας στην Παλαιστίνη. Εκεί επαναλήφθηκε η «τελετουργία» του ψεκασμού και απαλλαχθήκαμε από τους ψύλλους. Φήμες κυκλοφορούσαν ότι είμαστε εκεί πολλές χιλιάδες Ελληνες, αλλά νομίζω πως ήταν υπερβολές. Στη Γάζα έμεινα μαντρωμένος άλλες 35 ημέρες μέχρι που κατατάχθηκα στις 29 Ιουλίου 1944 ως ναύτης διαχειριστής στο Βασιλικό τότε και τώρα Πολεμικό Ναυτικό. Το ταξίδι μου διήρκεσε 92 ημέρες, αλλά θανάσιμο κίνδυνο διέτρεξα μόνον στις πέντε πρώτες ημέρες. Ημουν τότε αμούστακος έφηβος 17 ετών.

Δημοσθένης Ιωαννίδης αντιπλοίαρχος Π.Ν. ε.α., Νέα Μάκρη