ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η ιστορική όραση και περί γενεών

08grammata--2

Κύριε διευθυντά
Η εξαίρετη σειρά – προσφορά της «Καθημερινής», «1821, Με τη γλώσσα των πρωταγωνιστών», η οποία νομίζω ότι θα αποτελέσει κόσμημα κάθε σοβαρής βιβλιοθήκης, με παρακινεί να εκθέσω κάποιες σκέψεις για την Ιστορία και τη Θεσσαλονίκη, ελπίζοντας ότι τα «Γράμματα αναγνωστών» δεν θα αρνηθούν τη φιλοξενία τους. Να, λοιπόν, τι νομίζω ότι συμβαίνει:

Οταν είμαστε νέοι, χωρίζουμε τα γεγονότα σε δύο κατηγορίες: Στα πριν να γεννηθούμε και στα μετά τη γέννησή μας. Τα πρώτα τα θεωρούμε πολύ μακρινά. Αποδίδουμε μεγαλύτερη σημασία σ’ αυτά που συνάπτονται άμεσα με την ύπαρξή μας. Σκεφτόμαστε τα παρόντα και προσηλώνουμε το βλέμμα μας σ’ αυτά. Ταυτόχρονα, όμως, έχουμε εντονότερη την αίσθηση του μέλλοντος. Προσδοκώντας τα ερχόμενα αμελούμε τα παρελθόντα. Χωρίζουμε την ιστορία σε δύο μέρη.

Στη διαίρεση αυτή υποτάσσεται η αίσθησή μας για την Ιστορία. Αυτό το κάνει κάθε νέα γενεά. Στο ξεκίνημά της. Μόνον όταν το φορτίο των χρόνων και οι εμπειρίες της ζωής εντάξουν τον άνθρωπο σε ένα ρυθμό, όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον έχουν συνειδητοποιημένη αλληλουχία, αποκτάται η ιστορική όραση. Τότε μπαίνει σε λειτουργία η αντίστροφη τάση: Να βλέπουμε και τα μακρινά ως πιο κοντινά! Μετρούμε πλέον την απόσταση, από το τώρα, ώς το τότε των γεγονότων, με διαιρέτη την ηλικία μας. Αν είμαστε είκοσι χρόνων, το 1830 της Ελληνικής Ανεξαρτησίας απέχει εννιά φορές την ηλικία μας. Αν είμαστε εξήντα, απέχει τρεις. Αν ενενήντα, δύο! Περίπου… (Υπό την έννοια αυτή ο γράφων… δίνει τις άδειες στον εαυτό του να προσεγγίζει τα σχετιζόμενα με τη διακοσιοστή επέτειο του 1821 ως… πλησιέστερος συγγενής!) Αλλά η ιστορική όραση δεν είναι θέμα μόνο διαιρέτη και διαιρετέου. Είναι κατάκτηση της πνευματικής και ψυχικής ωριμότητας.

Συγχρόνως είναι σύνδρομο βιολογικής ωριμότητας. Σαν πρεσβυωπία. Προάγγελος γήρατος. Η ιστορική όραση είναι η πρεσβυωπία της ιστορίας. Αντίθετα, ωστόσο, από τη φυσική πρεσβυωπία, που είναι στοιχείο βιολογικής φθοράς, η ιστορική όραση, ως πρεσβυωπία της ιστορίας, επιτρέπει την ευκρινέστερη ανάγνωσή της. Αυτές οι διευκρινίσεις είναι απαραίτητες για την κατανόηση της ιστορίας από τους νεότερους, γιατί συνεχιστές της ιστορίας είναι οι νέοι. Τα παιδιά και οι έφηβοι που ψυχολογικά βλέπουν το παρελθόν στην αχλή της απόστασης και του μύθου. Αχλή που δίνει ευκαιρία σε λιγότερο νέους να μυθοποιούν, να κατασκευάζουν τεχνητούς μύθους με διάφορες σκοπιμότητες, είτε να απομυθοποιούν, να αποδομούν και να καταρρίπτουν, όχι τα περιττά και απεχθή καλλωπίσματα του γνήσιου εθνικού μας μύθου –από τα οποία υποφέρει πολύ συχνά και η εθνική μας ρητορική– αλλά τον πυρήνα της αλήθειας του και μαζί τα κρηπιδώματα της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας.

Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα και θα σταματήσω εκεί: Η… ελληνοποίηση της Θεσσαλονίκης, γύρω από την οποία ο αποδομητικός ζήλος έχει ανεγείρει ένα τείχος ιστορικής, πολυπολιτισμικής και πολυεθνικής πολιορκίας, που δεν γνωρίζει κανείς σε ποια ακριβώς άλωση αποσκοπεί.

Ομως η Θεσσαλονίκη είναι η ίδια πόλη, η συμβασιλεύουσα για χίλια χρόνια, / στα ίδια εκείνα χρόνια που καθαιρούσε ελληνιστί την «έπαρσιν του Λυαίου» και έβλεπε το όραμα του Αγίου Δημητρίου να περιίπταται στις επάλξεις των τειχών της και να αποκρούει τις επιδρομές των εισβολέων. Αυτό ήταν το όραμα της ψυχής της.

Μ’ αυτό έζησαν οι γενιές των αιώνων της Θεσσαλονίκης, που συνέρρεαν στους βυζαντινούς ναούς της για να λειτουργηθούν με τα ωραία ελληνικά των Ευαγγελίων και της κατανυκτικής ελληνικής ποίησης των εκκλησιαστικών ύμνων.

Αυτό το όραμα τοποθετήθηκε στην κλίνη απομυθοποιητικού ακρωτηριασμού για να πλαστεί ο μύθος άλλων φαντασμάτων. Για το ποια ήταν η σάρκα και η ψυχή της Θεσσαλονίκης ανά τους αιώνες της ιστορίας της μαρτυρεί ο πανελλήνιος λαϊκός θρήνος που διασώζεται στις λαογραφικές μας συλλογές: «Πήραν την πόλη, πήραν την / πήραν τη Σαλονίκη»… Ενας θρήνος ελληνικός για μια πόλη αιώνια ελληνική.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη