ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Αϊσμπόξι, πικινίκι… με σφραγίδα Σεφέρη

aismpoxi-pikiniki-amp-8230-me-sfragida-seferi-2386432

Κύριε διευθυντά
Παίρνω αφορμή από το 3.6.2020 δημοσίευμα του φίλου κ. Ηλία Μαγκλίνη με τίτλο «Καφούρια», λέξη με την οποία ονόμαζαν οι Ελληνες άποικοι τους μαύρους στο Κονγκό κατά τη δεκαετία του 1960. Θέλω εδώ να προσθέσω ορισμένες ακόμη σχετικές πληροφορίες, όπως τις παραθέτει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο ημερολόγιό του (Μέρες, Δ΄, σελ. 186-187).

Ο ποιητής δεν βρέθηκε στο Κονγκό, αλλά μεταφέρει εντυπώσεις του από τη Νότιο Αφρική κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση κατά το διάστημα 1941-1944.

Ευρισκόμενος στην Πρετόρια, καταγράφει στο ημερολόγιό του ένα «μικρό γλωσσάρι της ελληνοτρανσβαλικής γλώσσας», με περισσότερες από τριάντα εξελληνισμένες αγγλικές λέξεις που «είναι πολύ συνηθισμένες και λέγονται χωρίς καμιά ξενική προφορά από τους μετανάστες πρώτης γενιάς σε κουβέντες ελληνικές. Κλίνονται ολωσδιόλου αβίαστα και φυσιολογικά». Στο γλωσσάρι αυτό συναντούμε λέξεις όπως «αϊσμπόξι» (ψυγείο), «πικινίκι» (πικνίκ), «πίτσα» (ροδάκινο), τιρούμι (tea room) και, βεβαίως, «κάφουρας» (θηλυκό το «καφούρα»), με την επεξήγηση «ο κάφρος, ο μαύρος του Τράνσβαλ».

Η λέξη «καφούρα» συναντάται δύο φορές στα ποιήματα του Σεφέρη, στο παιγνιώδες λίμερικ που είχε συνθέσει για μικρά παιδιά («Είτανε στην Πρετόρια μια καφούρα»). Η ίδια λέξη συναντάται και σε ένα άλλο σεφερικό και ελαφρώς αθυρόστομο λίμερικ, σε σχετική επιστολή του 1942 προς τον τότε φίλο του Τίμο Μαλάνο, και το οποίο δεν έχει συμπεριληφθεί στα «Εντεψίζικα».

Δημητρης Δασκαλοπουλος