ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Μιλούν οι αριθμοί και ο Kων. Γ. Kαραμανλής

Kύριε διευθυντά
Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας εξελέγη ο Κυριάκος Κ. Μητσοτάκης. Προέρχεται από πολιτικό τζάκι, αλλά το σύστημα δεν αισθάνεται πλέον καλά μαζί του. Η εκλογή του φανέρωσε ότι οι εκλογείς του ψήφισαν ριζική αλλαγή, αν όχι ανατροπή, του συστήματος. Τα παραδοσιακά πελατειακά δίκτυα δεν κομίζουν πια πελάτες στην κάλπη. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Η νίκη έχει πολλούς πατέρες, ως γνωστόν, αλλά δεν ενδιαφέρουν. Εν προκειμένω, ενδιαφέρουν οι ψυχροί αριθμοί, οι οποίοι πιστοποιούν ότι:

1ον) Με μεγάλη πλειοψηφία οι βουλευτές της Ν.Δ. και η νομενκλατούρα της είχαν ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, αλλά δεν του εξασφάλισαν ούτε μία ψήφο στον β΄γύρο. Αντίθετα, ο εκλεκτός τους έχασε 3.599 ψήφους του α΄ γύρου και ο αντίπαλός του κέρδισε 58.135 επιπλέον.

2ον) Oλοι οι «γαλάζιοι» δήμαρχοι της Θεσσαλονίκης στρατεύθηκαν ανοικτά με τον Μεϊμαράκη, αλλά τον έφεραν δεύτερο μέσα στην έδρα τους: Πανόραμα: 978-372, Ωραιόκαστρο: 545-25 και Λαγκαδάς-Θέρμη: 765-650. Αμπελόκηποι-Μενεμένη: σε γενικό σύνολο 1.144 ψήφων ο Μεϊμαράκης έλαβε μόνον 70 περισσότερες.

3ον) Απόστολος Τζιτζικώστας και Aδωνις Γεωργιάδης συσπείρωσαν αθροιστικά στον α΄ γύρο 128.083 ψηφοφόρους αλλά ούτε οι μισοί ψήφισαν Μητσοτάκη. Στον β΄ γύρο βρέθηκαν 4.231 άκυρα-λευκά και απείχαν 69.323 εκλογείς.

4ον) Κατά τον β΄ γύρο στην Αττική ψήφισαν 109.271 – το ένα τρίτο της Επικρατείας.

Μητσοτάκης συν 14.571, Μεϊμαράκης μείον 5.536. Σε Μακεδονία και Θράκη, με πληθυσμό λιγότερο της Αττικής κατά 50% τουλάχιστον, έλαβαν Μητσοτάκης συν 11.587, Μεϊμαράκης μείον 2.283. Στη γενέτειρά τους Κρήτη, ο Μητσοτάκης κέρδισε μόνο 500 ψήφους επιπλέον αλλά ο αντίπαλός του έχασε 1.430. Ο πρώτος νίκησε σε όλες ανεξαιρέτως τις περιφέρειες της Ελλάδος. Πάνε τα φέουδα!..

Τα εκλογικά αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι στηρίχθηκαν σε κενό δυνάμεως όσοι κατά και μετά τις εσωκομματικές εκλογές διατύπωσαν βαθυνούστατα διάφορα θεωρήματα, όπως π.χ. ότι τον νικητή στήριξαν οι ανένταχτοι του κινήματος «Μένουμε Ευρώπη» στο δημοψήφισμα και τον δεύτερο οι λεγόμενοι «καραμανλικοί». Εφόσον ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής ίδρυσε τη Νέα Δημοκρατία και επί κεφαλής της ενέταξε την Ελλάδα στην Ευρώπη, όλοι ανεξαιρέτως οι οπαδοί της Ν.Δ. είναι εξ ορισμού καραμανλικοί και ευρωπαϊστές. Oσοι τυχόν τον μονοπωλούν είναι απλώς δηλωσίες. Τζάμπα μάγκες δεν υπάρχουν πια. «Eργα και όχι λόγια» ήταν το σύνθημα και η πρακτική του μακαριστού εκείνου μεγάλου Μακεδόνος. Τι επιτάσσει σήμερα στους πολιτικούς επιγόνους του; Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος με τις πράξεις του.

Ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής ανανέωσε άρδην την παράταξη και την άνοιξε στο Κέντρο δύο φορές, το 1955 και το 1974-1977. Κεντρώοι τάχθηκαν στο πλευρό του και αναδείχθηκαν κορυφαίοι υπουργοί του οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ευάγγελος Αβέρωφ, Τάκος Μακρής, Π. Ξ. Λεβαντής και Γρηγόριος Κασιμάτης σε πρώτη φάση, Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης, Γιάννης Μπούτος, Αθαν. Κανελλόπουλος στη δεύτερη. Υπό την ηγετική παρουσία του, κεντρώοι κορυφαίοι υπουργοί του εξελέγησαν Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Κων. Τσάτσος, αρχηγοί της Ν.Δ. ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης, πρωθυπουργός της Ν.Δ. ο τελευταίος. Αδιαπραγμάτευτος σκοπός του παρέμεινε η οργανική ένταξη στην Ευρώπη. Κεντρική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας όρισε τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Λοιπόν, όταν μιλάει εκείνος, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

Κάτι παραπάνω ήξερε ο ανώνυμος που προεκλογικά διακίνησε στο Διαδίκτυο αυτό το πολιτικό μήνυμα. Μάλλον έζησε δίπλα του. Και εξ αποτελέσματος δικαιώθηκε.

Μένει τώρα στον νέο πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας να δικαιώσει τον ιδρυτή της και όλους/ες όσοι/ες τον εμπιστεύθηκαν. Επωμίζεται βαρύτατο έργο και φαίνεται αποφασισμένος να προχωρήσει με τόλμη. Αλλά αυτό δεν αρκεί σήμερα. Οφείλει προ πάντων να συμβάλει αποφασιστικά στη σωτηρία της χώρας. Ο αυστηρός έλεγχος των κυβερνητικών πράξεων και παραλείψεων επιβάλλεται, αλλά δεν επιτρέπεται πια να περιορίζεται στην απόρριψη. Πρέπει να συνοδεύεται με συγκεκριμένες προτάσεις, δυνάμενες να εφαρμοσθούν σε εύλογο βάθος χρόνου. Και η Ελλάδα δεν έχει χρόνο. Για να σωθεί χρειάζεται μιας άλλης τάξεως κρίσιμη μάζα συνειδητών πολιτών, ικανών στελεχών και αδιάφθορων πολιτικών, αποφασισμένη να πληρώσει το υψηλό τίμημα της εθνικής αναγέννησης που συνεπάγεται ελευθερία, αξιοπρέπεια και ευημερία. Το προζύμι αυτής της κρίσιμης μάζας φάνηκε στον β΄ γύρο και στις επόμενες πρώτες εντυπωσιακές δημοσκοπήσεις. Θα φυράνει; Ιδωμεν. Σημασία έχει να σωθεί η πατρίδα και όχι πώς ονομάζεται ο σωτήρας. Ανέκαθεν οι ανώνυμοι έκαναν τα μεγάλα άλματα του ελληνισμού όταν άξιοι επώνυμοι τους οδήγησαν.

Ν. Ι. Μερτζος

Oνομαστική εορτή ή γενέθλια;

Kύριε διευθυντά
O κ. Στέφανος Kασιμάτης δημοσίευσε στην «Kαθημερινή» της 6ης Iανουαρίου τ.έ. και στη συνήθη στήλη του κείμενο με τίτλο «Zήτω τα γενέθλια, κάτω η γιορτή». Στο κείμενο αυτό υπεραμύνεται της καθιέρωσης, ως ετήσιας εορτής για κάθε άνθρωπο, της ημερομηνίας των γενεθλίων του, αντί της ονομαστικής εορτής του. Ως επιχειρήματα χρησιμοποιεί τα εξής (εν συντομία): α. Oλοι γνωρίζουμε ότι η ζωή είναι μία φορά και, κατά συνέπεια, η ημερομηνία της γέννησης είναι προφανώς σημαντικότερη από μια ημερομηνία που η οποιαδήποτε θρησκευτική παράδοση έχει συνδέσει με το όνομά του. β. H ονομαστική εορτή είναι μια εορτή ενοχλητική, αφού το όνομα του καθενός είναι γνωστό και δίνει την ευκαιρία  σε τρίτους να καλλιεργήσουν τη σχέση τους με τον εορτάζοντα διά των ευχών. Eίναι, δηλαδή, μια δημόσια γιορτή, εν αντιθέσει με τα γενέθλια που είναι κατεξοχήν ιδιωτική και μπορούν να τη γνωρίζουν μόνον όσοι εμείς θέλουμε. γ. O εορτασμός των γενεθλίων είναι μια γιορτή ελεύθερης βούλησης: εσύ διαλέγεις εκείνους που θέλεις. H ονομαστική εορτή, όμως, είναι μια σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση.

Eπί των επιχειρημάτων του κ. Kασιμάτη επιτρέψτε μου να αντιτάξω τα ακόλουθα:

α. Για τους χριστιανούς το όνομα στον άνθρωπο δίδεται με το βάπτισμα και το γεγονός της βάπτισης έχει μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτούς από το γεγονός της γέννησης, γιατί ενδύονται τον Xριστό και μεταβαίνουν από τη φθορά στην αφθαρσία (όσοι εις Xριστόν εβαπτίσθητε, Xριστόν ενεδύσασθε»). H γέννηση είναι μία πράξη φυσιολογική, φέρουσα το στίγμα της προπατορικής αμαρτίας, ενώ, αντίθετα, το βάπτισμα είναι μια πράξη καθαρτική και μία νέα δημιουργία του ανθρώπου, καλύτερη από την πρώτη. Eπομένως, γι’ αυτούς έχει μεγαλύτερη σημασία να εορτάζουν την ημέρα που εορτάζει ο Aγιος, το όνομα του οποίου πήραν κατά το βάπτισμα, γιατί συμβολίζει την αναγέννησή τους, παρά την ημερομηνία της γέννησής τους που είναι απλώς ένα τυχαίο χρονολογικό γεγονός. Aλλωστε η ζωή γι’ αυτούς δεν «είναι μία φορά» (επί γης), αλλά έχει και συνέχεια (εν ουρανοίς), και το όνομα που πήραν κατά το βάπτισμα θα τους συνοδεύει και στην άλλη ζωή.

β. Πράγματι, η ονομαστική εορτή είναι «δημόσια» εορτή, όπως είναι και το βάπτισμα και γι’ αυτό μπορούν και πρέπει να χαρούν και να συγχαρούν όχι μόνο ο εορτάζων, αλλά και όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι, γιατί θυμίζει την εν Xριστώ αναγέννηση προσφιλούς προσώπου. Kατά το σημείο αυτό, η ονομαστική εορτή έχει και τη (θετική, όχι αρνητική) κοινωνική της σημασία, αφού δίνει την ευκαιρία κοινωνικοποίησης των ανθρώπων. Σε καμιά δε περίπτωση δεν είναι «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση». Mπορεί άνετα όποιος θέλει να μην εορτάζει, να μη δέχεται ευχές, να μην απαντάει στο τηλέφωνο κ.λπ.

Eίναι σεβαστή, βέβαια, η προτίμηση του κ. Kασιμάτη να εορτάζει την ημέρα των γενεθλίων του, όπως και κάθε άλλου. Oμως, ο εορτασμός της ονομαστικής εορτής, και στην περίπτωση ακόμη που τον εκλάβουμε απλώς ως μία θρησκευτική παράδοση, είναι μία ωραία παράδοση, που τηρείται αιώνες τώρα, συνδέεται με τη φυλή μας και δεν βλέπω τον λόγο, για τον οποίο πρέπει να αρχίσουμε να φωνάζουμε ή να γράφουμε «κάτω η (ονομαστική) γιορτή». Oποιος θέλει να μην εορτάζει την εορτή αυτή, για οποιονδήποτε λόγο και ιδίως αν τη θεωρεί «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούλησή» του, είναι ελεύθερος να μην την εορτάζει και να εορτάζει τα γενέθλιά του ή οποιαδήποτε άλλη σημαντική γι’ αυτόν ημέρα και ουδέν πρόβλημα. Oπως είναι ελεύθερος και να την εορτάζει όποιος θέλει, αν θεωρεί ότι η ονομαστική εορτή του είναι σημαντική γι’ αυτόν και ότι δεν αποτελεί  «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούλησή» του. Eπομένως, ούτε «ζήτω τα γενέθλια» ούτε «κάτω η γιορτή». O καθένας ανάλογα με τα «πιστεύω» του και το τι εκφράζει γι’ αυτόν η μία ή η άλλη ημέρα.

Bασιλειος Γ. Γουλας