ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής

Κύριε διευθυντά
Με αφορμή την αποστροφή του δημοσιογράφου Γ. Τερζή, ότι η πλειοψηφία που διαθέτει η κυβέρνηση στη Βουλή μπορεί να αποκρούσει πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για σύσταση εξεταστικής επιτροπής («Καθημερινή» 1.4.2016, σελ. 4), πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

1. Η σύσταση εξετ. επιτροπής από μέλη της Βουλής αποτελεί, όπως όλοι οι συνταγματολόγοι δέχονται, δικαίωμα της μειοψηφίας και εντάσσεται, παραδοσιακά, στα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου που αυτή διαθέτει, όπως ερωτήσεις, επερωτήσεις κ.λπ.

2. Στο σχετικό άρθρο 68 παρ. 2 Σ ορίζεται ότι: «Η Βουλή συνιστά από τα μέλη της εξεταστικές επιτροπές, με απόφασή της που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των βουλευτών».

3. Η κρατούσα ερμηνεία της διάταξης αυτής δέχεται, ακριβώς διότι πρόκειται περί δικαιώματος της μειοψηφίας (Minderheitenenquête), ότι για να κινηθεί η σχετική διαδικασία πρέπει να υπάρξει πρόταση τουλάχιστον 60 βουλευτών (δηλαδή το 1/5 των 300), να γίνει συζήτηση στη Βουλή και να υπερψηφίσουν την πρόταση αυτή τουλάχιστον 120 βουλευτές (δηλαδή τα 2/5 των 300), έστω και αν είναι περισσότεροι αυτοί που θα την καταψηφίσουν μέσα στη Βουλή. Ξεκάθαρο στο ζήτημα αυτό είναι το άρ. 44 γερμΣ, όπου ορίζεται ότι η Βουλή είναι υποχρεωμένη να συστήσει τέτοια επιτροπή, εφόσον το ζητήσει το 1/4 των μελών της.

4. Το θέμα αυτό είχε τεθεί επίσημα τον Μάιο του 1987 από τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κωνστ. Μητσοτάκη, ο οποίος με επιστολή του απευθύνθηκε σε εννέα καθηγητές δημοσίου δικαίου της εποχής εκείνης για σχετική γνωμοδότηση. Εξ αυτών, οι Φ. Βεγλερής, Δημ. Κόρσος, Αριστ. Μάνεσης, Γ. Παπαδημητρίου, Αθ. Ράικος, Βασ. Σκουρής και Δημ. Τσάτσος απάντησαν, με πολυσέλιδη επιχειρηματολογία ο καθένας, ότι η σύσταση εξετ. επιτροπής είναι δικαίωμα της μειοψηφίας, οπότε αρκεί να υπερψηφίσουν την πρόταση 120 βουλευτές, ο δε πρόεδρος της Βουλής είναι υποχρεωμένος να συστήσει την επιτροπή αυτή κατ’ αναλογία της δυνάμεως των κομμάτων. Μειοψήφησαν δύο: οι Γ. Κασιμάτης (νομικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού) και Κ. Μαυριάς (βλ. περιοδικό «Το Σύνταγμα», τόμ. 14/1988, σελ. 35 επ.). Την άποψη της πλειοψηφίας είχα ήδη διατυπώσει το 1985 (βλ. Corpus II/1985, σελ. 273. Βλ., αντί άλλων, στον M. Morlok, in H. Dreier–Kommentar II, 2015³, σελ. 1214 και 1225 επ.).

5. Το ζήτημα όμως περιπλέκεται ενόψει της διατύπωσης του άρθρου 144 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής (ΚΒ), όπου ορίζεται ότι «η απόφαση της ολομέλειας της Βουλής για τη σύσταση… της εξεταστικής επιτροπής λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα (2/5) του όλου αριθμού των βουλευτών». Η διάταξη όμως αυτή, που χρησιμοποιεί ανεπιτρέπτως διαφορετική φρασεολογία από αυτήν του Συντάγματος και οδηγεί έτσι υπέρ της μη επικρατησάσης γνώμης της ως άνω μειοψηφίας, ορθώς κρίνεται ότι εισάγει κανόνα αντίθετο με το Σύνταγμα, άρα δεν είναι εφαρμοστέα, αφού ο ΚΒ είναι κείμενο υποδεέστερης ισχύος σε σχέση με το Σύνταγμα.

6. Θεωρώ ότι ο ερμηνευτής του δικαίου οφείλει να επιλέγει λύση που να συμβαδίζει με τον σκοπό για τον οποίο τέθηκε η διάταξη, που εδώ είναι και προφανής. Η αποκρουόμενη γνώμη οδηγεί σε αδυναμία εφαρμογής του άρ. 68 παρ. 2 Σ, όταν το ζητήσει η αντιπολίτευση, καίτοι πρόκειται για δικαίωμα της μειοψηφίας. Ετσι, ποτέ κυβέρνηση και πλειοψηφία στη Βουλή δεν θα θελήσουν να συσταθεί επιτροπή από την αντιπολίτευση, άρα σε εμάς το μέσο αυτό κοινοβουλευτικού ελέγχου έχει ατονήσει! Αλλο είναι το θέμα ότι και η πλειοψηφία της Βουλής μπορεί να συστήσει τέτοια επιτροπή (Mehrheitsenquête) κατ’ εφαρμογή της ίδιας διάταξης.

7. Εντεύθεν, κι ενώ η Βουλή επρόκειτο να αποφασίσει σήμερα για τη σύσταση εξετ. επιτροπής που ζήτησε η κυβέρνηση, (αναβλήθηκε τελικώς) πρέπει να προηγηθεί, ως χρονικώς πρoτέρα, η συζήτηση και η απόφαση της Βουλής για τη σύσταση της επιτροπής που έχει ζητήσει η αξιωματική αντιπολίτευση και αναφέρεται και στον έλεγχο για τα capital controls.  Αν ψηφίσουν υπέρ αυτής 120 βουλευτές, η σύσταση αυτής είναι υποχρεωτική για τον πρόεδρο της Βουλής. Διαφορετικά, η άρνησή του παραβιάζει το Σύνταγμα, αλλά η ευθύνη του είναι μόνον πολιτική-κοινοβουλευτική. Θα ήταν όμως ο ΠτΒ υπόλογος και κατ’ ουσίαν, μόνον αν υπήρχε στη χώρα μας συνταγματικό δικαστήριο, ώστε να ελέγχεται η παράβαση και των διατάξεων του Συντάγματος που αναφέρονται στο οργανωτικό μέρος του, οι οποίες τώρα συστηματικά και αζημίως παραβιάζονται.

Πετρος Ι.  Παραρας – Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, επίτιμος αντιπρόεδρος ΣτΕ