ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η δεδηλωμένη και το 1963

Κύριε διευθυντά
Ο καθηγητής κ. Αντώνης Μ. Παντελής, με επιστολή του στο φύλλο της 26.4.2016, θεωρεί ότι δεν υπήρξε συνταγματικό πρόβλημα το 1963, παρότι η κυβέρνηση Παπανδρέου παρέμεινε στην εξουσία επί 45 ημέρες χωρίς να διαθέτει τη δεδηλωμένη και χωρίς να εμφανιστεί στη Βουλή. Ο κ. Παντελής επισημαίνει ότι η ημερομηνία σύγκλησης της Βουλής προσδιοριζόταν από το διάταγμα διαλύσεως της προηγουμένης. Το 1963, η σύγκληση της Βουλής προβλεπόταν για τις 11 Δεκεμβρίου, αλλά και αυτή ακόμη έγινε αργότερα. Αφού η προβλεπόμενη ημερομηνία δεν φαίνεται να είναι δεσμευτική, θεωρώ (και, νομίζω, δεν είμαι ο μόνος) ότι όφειλε να γίνει ενωρίτερα, και ότι το ευρύτατο χρονικό περιθώριο που απλόχερα προσέφερε ο βασιλιάς σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας παραβίαζε, έξυπνα αλλά παραβίαζε, την αρχή της δεδηλωμένης. Γι’ αυτό και ομίλησα για soft, και όχι για κανονικό πραξικόπημα.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ κυβερνήσεων που διαθέτουν και αυτών που δεν διαθέτουν τη δεδηλωμένη. Η κυβέρνηση Παπανδρέου το 1963 –κατά δήλωση του τότε πρωθυπουργού– δεν τη διέθετε, και δεν μπορούσε να την αποκτήσει παρά μόνον εάν βουλευτές της αντιπολίτευσης προσχωρούσαν στο κόμμα του (ήταν προτροπή για αποστασία, αλλά ας μην επεκταθούμε σε τούτο). Το ερώτημα είναι απλό: είχε συνταγματικά το δικαίωμα μια τέτοια κυβέρνηση να παραμείνει στην εξουσία επί 45 ημέρες χωρίς να εμφανιστεί στη Βουλή, και να μην περιοριστεί στη διαχείριση των τρεχουσών αναγκών, αλλά να κάνει εξαγγελίες/ρυθμίσεις για διπλασιασμούς μισθών, αυξήσεις συντάξεων, «ρύθμιση» χρεών αγροτών, κατάργηση ασφαλιστικών εισφορών, έμμεση νομιμοποίηση αυθαιρέτων κ.λπ.; Ο κ. Παντελής πιστεύει ότι το είχε∙ και καθώς είναι ειδικότερος εμού, η άποψή του δεν μπορεί παρά να βαρύνει περισσότερο από τη δική μου. Ας αποδεχθούμε, λοιπόν, τη θέση περί της «σχετικώς δεδηλωμένης»… Ας μου επιτραπεί, όμως, να επισημάνω ένα πρόβλημα, το οποίο, και εάν ακόμη δεν αφορά τους θεσμούς, αφορά πάντως τις νοοτροπίες περί των θεσμών.

Ευανθης Χατζηβασιλειου Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κι εάν εκλογές, «σταυρός» ή λίστα;

Κύριε διευθυντά
Συμπληρώνεται σύντομα 18μηνο από τις εκλογές του Γενάρη του 2015. Οπότε τίθεται το ζήτημα –που βρίσκει ολοσχερώς διχασμένη τη συνταγματολογική κοινότητα της χώρας, διχογνωμία που έχει ήδη αναδειχθεί στην «Καθημερινή» από τον κ. Κων. Ζούλα– τι θα ισχύσει σε περίπτωση που μεσολαβήσουν εκλογές, από εκείνη τη στιγμή έως τον Μάρτιο του 2017 (χρονικό σημείο συμπλήρωσης του 18μήνου από τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015): αυτές θα διεξαχθούν με λίστα ή με σταυρό προτίμησης; Οι μεν, οπαδοί της γραμματικής ερμηνείας, λένε «του νόμου μη διακρίνοντος, οι εκλογές θα γίνουν με λίστα». Οι δε, οπαδοί της τελολογικής ερμηνείας, υποστηρίζουν πως το νόημα της σχετικής ρύθμισης είναι να ωθούνται τα κόμματα σε σεβασμό (και αποδοχή της –πολιτικής– δεσμευτικότητας) μιας σχετικά πρόσφατης καταγραφής της λαϊκής προτίμησης, όσον αφορά την επιλογή βουλευτών. Σύμφωνα προς το πνεύμα των υποστηρικτών της δεύτερης αυτής άποψης εάν, καθ’ υπόθεση, έως το 2025 διεξάγονται εκλογές ανά 17μηνο, θα  καταρτίζονται δεσμευτικές για τους εκλογείς λίστες με αναφορά στην προ 10ετίας λαϊκή ετυμηγορία; Ή, μήπως, μπορεί αυτό που θεσμοθετήθηκε ως εξαίρεση να ισχύσει ως κανόνας, οδηγώντας στην παγίως αρχηγοκεντρική λειτουργία των κομμάτων; Η ουσία της διαφωνίας, ωστόσο, μικρή εν προκειμένω σημασία έχει. Το ουσιώδες είναι –και το επιβεβαιώνουν κορυφαίοι δικαστικοί λειτουργοί της χώρας– πως δεν υπάρχει αρμόδιο πολιτειακό όργανο να καθορίσει προκαταβολικά το τι θα ισχύσει στις πιθανές αυτές εκλογές. (Το λειτουργούν ως εκλογοδικείο, ανώτατο ειδικό δικαστήριο του άρθρου 100, αποφαίνεται μόνον εκ των υστέρων). Οπότε, πώς θα διεξαχθούν οι εκλογές; Κυρίως, δε, τι θα συμβεί εάν ένα κόμμα κατεβάσει τους υποψηφίους του με αλφαβητική σειρά, παραπέμποντας στο εκλογικό σώμα προκειμένου αυτό να κάνει την κατάταξή τους διά της σταυροδοσίας, ενώ  ένα άλλο κόμμα τούς κατεβάσει ιεραρχημένους κατά σειρά εκλογιμότητας; Μήπως, για να μη βρεθούμε και σε αυτό επιμηθείς, θα έπρεπε να σπεύσει από τώρα το κοινοβούλιο να ερμηνεύσει αυθεντικά τον εκλογικό νόμο; (Ενδεχομένως μάλιστα αυτό το ειδικό ζήτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα ακόμη –έλασσον έστω– επιχείρημα υπέρ της συγκρότησης, σε κάποια αναθεώρηση, Συνταγματικού Δικαστηρίου, την οποία, με μια πολύ ευρύτερη επιχειρηματολογία, υποστηρίζω στο υπό έκδοση από τις εκδόσεις Πατάκη βιβλίο μου Θεσμοί: Κρίση και ρήξη).

Θανασης Διαμαντοπουλος – Πολιτικός επιστήμων, πρώην νομικός, καθηγητής Πανεπιστημίου

Το δημογραφικό και η οικονομία

Κύριε διευθυντά
Μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και κυρίως έπειτα από τον αδελφοκτόνο πόλεμο, όλο και περισσότεροι κάτοικοι της υπαίθρου και των αγροτικών περιοχών τα εγκαταλείπουν, προκειμένου να μετοικήσουν σε αστικά κέντρα. Οι λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτό σχετίζονται, κατά κανόνα, με τη συνεχή οικονομική ανάπτυξη των αστικών κέντρων και την ευκολότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και αγαθά. Ετσι, οι πολυάριθμες μικρού μεγέθους οικονομίες «εξαϋλώνονταν» και «ενσωματώνονταν» στις οικονομίες των αστικών κέντρων. Από το μοντέλο των πολυάριθμων μικρών οικονομιών, που βασίζονταν κατά κύριο λόγο στην αγροτική – πτηνοτροφική παραγωγή και στη βιοτεχνία, μεταβήκαμε σε αυτό των ολιγάριθμων μεγάλων οικονομιών, των αστικών κέντρων (οικονομίες χωρικής συγκέντρωσης). Χαρακτηριστικό γνώρισμα των αστικών οικονομιών είναι η επίτευξη οικονομιών κλίμακας, μέσω της συγκέντρωσης του εργατικού δυναμικού και της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σχηματίστηκε, σταδιακά, το ελληνικό μοντέλο δημιουργίας οικονομιών χωρικής συγκέντρωσης, με κεφαλίδες τις πόλεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Eξω από τα αστικά κέντρα, στα οποία η οικονομική δραστηριότητα προέρχεται κυρίως από τον κατασκευαστικό κλάδο και την παροχή υπηρεσιών, στις επαρχιακές πόλεις και στην ευρύτερη περιφέρεια, η κινητήριος δύναμη της οικονομίας είναι ο αγροτικός τομέας και σε ορισμένες περιπτώσεις ο τουρισμός. Με την πάροδο των ετών, οι ελληνικές αστικές οικονομίες άκμασαν και πλέον παρήκμασαν, ολοκληρώνοντας (ίσως επιβεβαιώνοντας) τον οικονομικό τους κύκλο (θεωρία Κοντράτιεφ). Στο σημείο αυτό υπάρχουν δύο επιλογές: η αναμονή της «αναγέννησης», βιώνοντας πολυάριθμες και βαθιές απώλειες, με υπαρκτό τον κίνδυνο κοινωνικών συγκρούσεων και αποδόμησης της πολιτείας, με τελικό αποτέλεσμα την ολοκληρωτική κατάρρευση (οικονομική- ανθρωπιστική), ή η δημιουργία οικονομιών χωρικής αποκέντρωσης. Σήμερα είναι επιτακτική η κατάρτιση ενός ελληνικού εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση. Η ανεύρεση και εφαρμογή ενός μακροπροθέσμου σχεδίου, στο οποίο θα δεσμευθούν το πολιτικό και πολιτειακό δυναμικό της χώρας. Η δημιουργία πολλών, μικρών οικονομιών, από την ανάπτυξη των οποίων θα επέλθει η συνολική ανάπτυξη. Αυτό προϋποθέτει ότι θα δοθούν κίνητρα σε επιχειρήσεις και εργαζομένους, προκειμένου μαζί με τους ήδη διαμένοντες στην περιφέρεια να αποτελέσουν τον βασικό κορμό αυτού του εγχειρήματος. Ο ρόλος της γεωργίας πρέπει να αναβαθμιστεί (διδασκαλία σε ΑΕΙ και ΤΕΙ), ενώ θα πρέπει να αναπτυχθούν και άλλες μορφές τουρισμού, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο θα απευθύνεται πλέον και σε φοιτητές του εξωτερικού. Κατά αυτόν τον τρόπο, όχι μόνον θα αντιμετωπιστεί το οικονομικό πρόβλημα της πατρίδας μας, αλλά και το δημογραφικό.

Αδαμ Εμμ. Νικολουδακης – Ζωγράφου