ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Παιδεία: Αξιολόγηση, μείζον ζητούμενο

«Ο,τι αν δόξη τοις πλείουσι… τουτ’ είναι το δίκαιον»,
Αριστοτέλης, Πολιτικά 1317b7

Κύριε διευθυντά
Κάθε μεταρρύθμιση σημαίνει και μια ρήξη. Σημαίνει την επαναθέσμιση ενός συστήματος με τη λογική ότι οι ισχύοντες θεσμοί έχουν ξεπεραστεί από την πραγματικότητα. Στους καιρούς μας, που τα γεγονότα τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, η μεταρρύθμιση καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Ομως το άλμα προς το μέλον ποτέ δεν είναι ακίνδυνο. Ακόμη κι όταν επιχειρείται στη βάση ενός ιδανικού. Για τον λόγο αυτό μια μεταρρύθμιση οφείλει να ακολουθεί κανόνες, ώστε να περιορίζονται οι κίνδυνοι να κατολισθήσει η ίδια σε μια αντιμεταρρύθμιση. Γεγονός που θα καταστήσει σύντομα την ανάγκη μιας άλλης μεταρρύθμισης, και πάμε λέγοντας. Μερικούς από αυτούς τους κανόνες θα σημειώσουμε βραχύλογα παρακάτω.

1. Πρώτη προϋπόθεση μιας εκπ/κής μεταρρύθμισης είναι η ενσωμάτωση στη δομή της, της λειτουργικότητας και της διάρκειας. Γεγονός που επιβάλλει την ανάγκη ο σχεδιασμός της να γίνεται με το βλέμμα στραμμένο προς ένα απώτερο μέλλον. Προς ένα μακρινό ορίζοντα, δηλαδή, που σε κάθε περίπτωση θα υπερβαίνει κατά πολύ τον ωφέλιμο χρόνο μιας νέας κυβέρνησης, ο οποίος δεν ξεπερνάει συνήθως τα δύο χρόνια. Με τον τρόπο αυτό θα επιχειρεί να προλαβαίνει τις κοινωνικές εξελίξεις που ερήμην των σχεδιασμών τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Για την ενίσχυση της λειτουργικότητας εξίσου αναγκαίο είναι η κάθε μεταρρύθμιση να λαβαίνει υπόψη και τα όρια που θέτει η πραγματικότητα.

2. Ειδικότερα η τήρηση των παραπάνω αρχών επιβάλλεται πολύ περισσότερο προκειμένου για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ουσιαστικά, μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν είναι παρά ένα άθροισμα από κανόνες με την τήρηση των οποίων ένα παιδί ή έφηβος θα σχεδιάσει το μέλλον του. Συνεπώς οι κανόνες αυτοί πρέπει να έχουν διάρκεια. Ωστε οι όποιες κατακτήσεις των νέων μας να μην απειλούνται από τις διαφοροποιημένες εκτιμήσεις πολιτικών εξουσιών που μπορούν να προκύπτουν σε πολύ συντομότερο χρόνο, είτε από αλλαγές κυβερνήσεων είτε, ακόμη και το χειρότερο, από αλλαγές υπουργών. Γιατί το ζήσαμε και αυτό στη χώρα μας.

3. Η διαρκέστερη όμως τήρηση των κανόνων θα βοηθούσε τους νέους και σε κάτι ακόμη: Γνωρίζοντας τη διάρκεια της ισχύος των κανόνων, οι νέοι μας θα μπορούν εκ του ασφαλούς να προετοιμάζουν την όποια υποψηφιότητά τους από βάθος χρόνου με τη βεβαιότητα πως η πολιτεία όχι μόνον θα σέβεται τις προσπάθειές τους, θα τις αξιολογεί αξιόπιστα, αλλά και το εξίσου σημαντικό, θα τις μοριοδοτεί (π.χ. βαθμός απολυτηρίου, πτυχίου, μεταπτυχιακοί τίτλοι, συγγραφή κ.ά.) με σταθερούς και διαρκείς συντελεστές, ώστε η μοριοδότηση αυτή να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως κίνητρο για τις επιδόσεις τους, αλλά και ως αδιαμφισβήτητο στοιχείο του βιογραφικού τους, προκειμένου να το αξιοποιούν όποτε και αν το επιθυμήσουν.

4. Και κάτι ακόμη: Κάθε μεταρρύθμιση, όπως ήδη σημειώσαμε στην αρχή, είναι μια ρήξη. Είναι μια ακύρωση κάποιου που θεωρείται παλαιό προκειμένου να αντικατασταθεί με κάτι που έρχεται από το μέλλον. Ομως εδώ αρχίζουν τα προβλήματα: Το παλαιό συνήθως αντιστέκεται στην εκπόρθησή του. Αλλωστε δεν είναι όλα τα «παλαιά» που πρέπει να φύγουν. Συνεπώς, τόσο γι’ αυτά που πρέπει να μείνουν, όσο και για εκείνα που πρέπει να έλθουν, απαιτείται ένα κοινό κριτήριο με το οποίο θα γίνει η επιλογή τους. Και το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να είναι συγκυριακό ή η επιλογή μιας μόνο σχετικής πλειονότητας πολιτών. Για να διασφαλίζεται η επιζητούμενη βιωσιμότητά του, η μεταρρύθμιση πρέπει να απαντά στη συλλογικότερη βούληση των πολιτών. Συνεπώς τα κριτήρια με τα οποία θα γίνεται η επιλογή, πρέπει να έχουν τη συναίνεση ισχυρής πλειονότητας των πολιτών. Μονομερείς αποφάσεις που συνήθως προβάλλονται με άχρωμες γενικεύσεις μόνο σύγχυση επιφέρουν, όταν δεν αποκρύπτουν άγνοια ή, και το χειρότερο, σκοπιμότητα. Αλλωστε σε μια δημοκρατία και ιδιαίτερα προκειμένου για την εκπαίδευση των παιδιών μας, έχουν όλοι οι πολίτες στο τι είναι εκείνο που ακυρώνεται και εν ονόματι τίνος ακυρώνεται. Σε διαφορετική περίπτωση, ο σχεδιασμός του νέου εγγράφει εξαρχής στον γενετικό του κώδικα τη δική του κατάρρευση.

5. Μία ακόμη προϋπόθεση για διαρκή εκπαιδευτική πολιτική είναι και η εξής: Παράλληλα με την ακριβή περιγραφή των αλλαγών, είναι και η λεπτομερής θεσμοθέτηση του ρόλου όλων των εμπλεκομένων και η θεσμικά καταχωρισμένη και αποκεντρωμένη συμμετοχή και άλλων κοινωνικών εταίρων, όπως είναι οι γονείς, η Τ.Α., οι ενώσεις πολιτών, οι τοπικές ενδεχομένως επιχειρήσεις κ.λπ. Με την πολλαπλή συνδρομή των οποίων θα ενισχυθεί –ακόμη και οικονομικά– η λειτουργικότητα, και μαζί η συνυπευθυνότητα και άρα και η βιωσιμότητα του σχεδιασμού.

6. Τέλος και ίσως το σημαντικότερο: Καμία μεταρρύθμιση, ακόμη και η πλέον καλύτερα σχεδιασμένη, δεν έχει καμία ελπίδα επιτυχίας αν δεν ενσωματώνει στις αρχές της και με τρόπο δεσμευτικό τη λογοδοσία και την αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των εμπλεκομένων. Η δημόσια παιδεία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση για να ανατίθεται εν λευκώ στους υπεύθυνους φορείς. Η εκπαίδευση των παιδιών μας είναι υπόθεση όλων μας. Από την άλλη πλευρά, καμιά δραστηριότητα χωρίς την αξιολόγηση δεν «μαθαίνει» για τον εαυτόν της. Ειδικότερα για την εκπαίδευση δεν μαθαίνει τόσο ο μαθητής, όσο και ο εκπαιδευτικό το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους. Δεν μαθαίνει η πολιτεία για την ακριβή αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος προκειμένου να παρέμβει υποστηρικτικά. Δεν μαθαίνει και ο φορολογούμενος πολίτης για τον λόγο που πληρώνει τους αντίστοιχους φόρους. Με την απουσία κάθε μορφής αξιολόγησης και ελέγχου, η εκπαίδευση ιδιωτικοποιείται απο τους φορείς της, η δε διαδρομή της καταλήγει να είναι «νυκτερινή πτήση στα τυφλά». Ισως το θανάσιμο μειονέκτημα της δημοκρατίας είναι ότι απαιτεί πολύ περισσότερα από όσα μπορούν οι άνθρωποι. Γι’ αυτό και συνήθως την προσαρμόζουν ελλειμματική στα μέτρα τους. Μήπως τώρα είναι η ώρα να επιχειρήσουμε, τουλάχιστον για την εκπαίδευση των παιδιών μας, το ακριβώς αντίθετο.

Εστω ως πρώτο βήμα.

Αχιλλεας Λεονταρης

Παρασκήνιο από το 1963

Κύριε διευθυντά
Στο άρθρο του κ. Ευάνθη Χατζηβασιλείου «Πρώτη Κυβέρνηση Ενώσεως Κέντρου», στην κυριακάτικη «Καθημερινή» της 17ης Απριλίου, θα ήταν χρήσιμο να συμπεριληφθεί στον απολογισμό  των  «45 ημερών»  και  αναφορά στις, εκ του παρασκηνίου κυρίως, προσπάθειες προσεταιρισμού βουλευτών της ΕΡΕ προκειμένου  να  μεταπηδήσουν  στην Ενωση Κέντρου και να επιτευχθεί η απαιτούμενη  κοινοβουλευτική  πλειοψηφία.
Με δεδομένη την αρνητική θέση του Γ. Παπανδρέου, μετά τη σχετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία που πέτυχε στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, για κυβερνητική συνεργασία είτε με την ΕΡΕ είτε με την ΕΔΑ, εύκολα κανείς αντιλαμβάνεται τι σήμαιναν οι τίτλοι «Βεβαία για την πλειοψηφίαν είναι η Κυβέρνησις».

Κρίνεται η τύχη της ΕΡΕ. «Φοβείται αποσκιρτήσεις», «Εκδηλούμενοι την τελευταίαν στιγμήν – Βουλευταί της ΕΡΕ βεβαιούν ήδη ότι θα παράσχουν ψήφον εις την Κυβέρνησιν» καθώς και άλλοι παρόμοιοι, που κάλυπταν τα πρωτοσέλιδα του φιλοκυβερνητικού τύπου τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1963.

Οι αποσκιρτήσαντες από την αξιωματική αντιπολίτευση προς το κυβερνητικό στρατόπεδο ήσαν τελικώς μόνον δύο βουλευτές Θεσσαλίας (Λάρισα, Τρίκαλα), αν και τα ρεπορτάζ των φιλοκυβερνητικών εφημερίδων τους υπολόγιζαν μέχρι και την τελευταία στιγμή (20 Δεκεμβρίου) σε 20 περίπου.

Η Ε.Κ. θα υποστεί κατ’ αντίστροφη φορά και εις το πολλαπλάσιο το φαινόμενο των αποσκιρτήσεων, με τον νέο πια όρο της αποστασίας, 18 μήνες αργότερα.
Λεωνιδασ Kουρησ