ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα αναδρομικά… και ο Δημοσθένης

Κύριε διευθυντά
Mόλις πριν από λίγες βδομάδες, οι συνταξιούχοι του Δημοσίου πληροφορήθηκαν έκπληκτοι ότι η οδυνηρή μείωση του μερίσματος του ΜΤΠΥ που υπέστησαν κατά την καταβολή του μερίσματος του β΄ τριμήνου θα ισχύσει αναδρομικά και για το α΄ τρίμηνο. Και επομένως τα μερίσματα του γ΄ και δ΄ τριμήνου θα είναι ακόμη περισσότερο μειωμένα, καθώς θα αφαιρεθεί από αυτά η διαφορά του ποσού που εισέπραξαν το α΄ τρίμηνο ως…«αχρεωστήτως καταβληθέντος»!

Δεν χωράει στο μυαλό μου πως οι κ. αρμόδιοι δεν αντιλαμβάνονται ότι όταν αναζητείς από έναν υπάλληλο ή συνταξιούχο αναδρομικά να επιστρέψει ένα ποσόν που εισέπραξε στο παρελθόν νόμιμα, αυτός νιώθει ότι τον κλέβουν!

Δυστυχώς όμως, η αναδρομική εφαρμογή νόμων είναι μια παλιά αμαρτία και φαίνεται ότι γινόταν χρήση της ακόμη και κατά την Κλασική Εποχή στην αρχαία Ελλάδα. Ετσι, κάποτε στην κραταιά Αθήνα, ο Αθηναίος ρήτωρ Τιμοκράτης είχε προτείνει νόμο που ρύθμιζε ουσιώδεις μεταβολές στις οφειλές προς το Δημόσιο και μάλιστα αναδρομικά. Για αυτό ο Δημοσθένης στον περίφημο λόγο του «Κατά Τιμοκράτους» καταδίκασε απερίφραστα την αναδρομικότητα, λέγοντας «Δει τον νομοθετούντα, περί των μελλόντων έσεσθαι νομοθετείν… το δε περί γεγονότων πραγμάτων νόμους γράφειν ου νομοθετεί έστιν…» (sic). Αλλά και ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 2 αυτού αναφέρει: «… ο νόμος ορίζει περί του μέλλοντος και δεν έχει αναδρομική ισχύν». Τέλος, και στο Σύνταγμα, στο άρθρο 7 αυτού, ορίζεται η μη αναδρομικότης των ποινικών νόμων: «Αδίκημα δεν υπάρχει, ουδέ ποινή επιβάλλεται άνευ νόμου ισχύοντος προ της τελέσεως της πράξεως». Αυτό όμως προβλέπεται δυστυχώς μόνο για τους ποινικούς νόμους. Ενώ για τους φορολογικούς νόμους θεωρείται ότι η αναδρομική ισχύς τους δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, επειδή στο άρθρο 59 αυτού αναγράφεται απλά: «Ουδείς φόρος επιβάλλεται ή εισπράττεται άνευ νόμου», χωρίς δηλαδή να γίνεται κάποια χρονική διάκριση της ισχύος του νόμου. Φυσικά, μπορεί κανείς σε αυτό το τελευταίο να αντείπει ότι η αναδρομικότητα αντίκειται στην υπό του Συντάγματος καθιερουμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού από αυτήν καθορίζεται ότι η νομοθετική εξουσία ρυθμίζει τις μέλλουσες σχέσεις, ενώ η δικαστική εξουσία ρυθμίζει τις γεγενημένες σχέσεις.

Αλλά δεν έχει έννοια να ανατρέχουμε στα παρελθόντα, στις ισχύουσες διατάξεις και στις ποικίλες ερμηνείες αυτών. Νομίζω ότι όλοι συμφωνούμε πως το να αναζητούνται αναδρομικά χρήματα από κάποιον που νομίμως τα εισέπραξε και νομίμως τα διέθεσε είναι άδικο, σκληρό, ανάλγητο και αθέμιτο.

Εν κατακλείδι, πιστεύω ότι, για να διορθωθεί η απαράδεκτη εφαρμογή της αναδρομικότητας, θα πρέπει τώρα, που συζητείται η αναθεώρηση του Συντάγματος, να προταθεί σ’ αυτό ένα άρθρο που θα καθορίζει σαφώς ότι «απαγορεύεται, και για οποιονδήποτε λόγο, η αναδρομική αναζήτηση από υπάλληλο ή συνταξιούχο ποσών τα οποία κατεβλήθησαν εις αυτόν νομίμως και σύμφωνα με προϊσχύοντα νόμο». Ετσι θα πάψει η απαίσια αναδρομικότητα, αφού, και αν ακόμη γίνει κάποτε προσπάθεια να επιβληθεί αυτή με ένα νόμο, αυτός θα είναι αντισυνταγματικός και θα καταργείται άμεσα.
Νικοσ Δυοβουνιωτησ

Η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο

Κύριε διευθυντά
Ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νέος εκλογικός νόμος, ο όγδοος κατά σειρά της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Ωστόσο, τόσο η κοινοβουλευτική συζήτηση όσο και ο δημόσιος διάλογος που προηγήθηκαν δεν μπόρεσαν να αναδείξουν –ακόμη περισσότερο, απέκρυψαν– τα κρίσιμα και ουσιαστικά ζητήματα που σχετίζονται με την εκλογική νομοθεσία.

Κατ’ αρχάς, το θέμα του εκλογικού συστήματος, το οποίο μονοπώλησε προκλητικά –και δυσανάλογα ως προς την ουσία που κόμιζε– την ατζέντα, θα μπορούσε να λυθεί συναινετικά με την υιοθέτηση ενός κλιμακωτού, αναλογικού μπόνους εδρών (κάθε επιπλέον έδρα να αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό λαϊκής ψήφου) για το πρώτο κόμμα. Μια τέτοια επιλογή θα διασφάλιζε από τη μια τη συγκρότηση βιώσιμων κυβερνητικών σχημάτων, χωρίς να αγνοεί την ιστορική παράδοση της χώρας, και από την άλλη, μέσω της σύνδεσης του ποσοστού με το bonus, θα απέτρεπε ακραία παράδοξα, όπως αυτά των εκλογών του Μαΐου του 2012 (108 έδρες για τη Ν.Δ. με το 19% των ψήφων). Η προσχηματική επικέντρωση γύρω από το θέμα του συστήματος μας εμπόδισε να δούμε τις πραγματικές βάσεις των προβλημάτων που απορρέουν από τον εκλογικό νόμο.

Οπως, για παράδειγμα, την ανάγκη κατάτμησης των μεγάλων εκλογικών περιφερειών, αρχετυπικό παράδειγμα των οποίων αποτελεί η Β΄ Αθήνας, οι οποίες συντηρούν με την ύπαρξή τους την εξάρτηση των υποψηφίων από μείζονα μιντιακά και οικονομικά συμφέροντα, αφού δίχως τη στήριξη των τελευταίων η ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα είναι περίπου αδύνατη. Μια γνήσια εκλογική μεταρρύθμιση θα όφειλε να έχει στο επίκεντρό της (στα πρότυπα της πρότασης της Επιτροπής Αλιβιζάτου) την υιοθέτηση ενός μεικτού συστήματος μονοεδρικών και ευρειών περιφερειών, αλλά και σταυρού προτίμησης και λίστας (δεσμευμένου εκλογικού καταλόγου). Η εισαγωγή του στοιχείου της λίστας θα αποτελούσε ισχυρό πλήγμα κατά του πελατειακού συστήματος, το οποίο εδράζεται στην αμοιβαία εκδούλευση μεταξύ βουλευτή και εκλογέα με συνάλλαγμα τον σταυρό προτίμησης.

Παράλληλα, με την κατάτμηση των περιφερειών θα επιτυγχανόταν και η αποδέσμευση των υποψηφίων από διάφορα εξωθεσμικά κέντρα, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργούνταν ισχυρός δεσμός εκπροσώπησης των μικρότερων περιφερειών με τους τοπικούς βουλευτές τους, ο οποίος απουσιάζει σήμερα από τις αχανείς περιφέρειες.  Μια πραγματική μεταρρύθμιση της εκλογικής μας νομοθεσίας θα επέτασσε επιπλέον, δίχως άλλο, και τη διευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος ψήφου για τους Ελληνες του εξωτερικού. Σε εκατοντάδες χιλιάδες υπολογίζονται οι συμπατριώτες μας που μετανάστευσαν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της κρίσης. Οπως συμβαίνει στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, το δικαίωμα ψήφου όσων παραμένουν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους της χώρας θα μπορούσε κάλλιστα να ασκείται είτε στις ελληνικές πρεσβείες και στα προξενεία του εξωτερικού είτε επιστολικώς, χωρίς αυτοί να αναγκάζονται κάθε φορά να ταξιδεύουν στην Ελλάδα για να ψηφίσουν∙ το ίδιο το Σύνταγμα εξάλλου προβλέπει ρητά τη σχετική δυνατότητα του κοινού νομοθέτη στο άρθρο 51 παρ. 4.

Την ίδια γνήσια προοδευτική μεταβολή του νομοθετικού εκλογικού πλαισίου υπηρετεί άλλωστε και η χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στους 17χρονους, οσοδήποτε καιροσκοπικά κι αν προτιμήθηκε από την κυβερνητική σκοπιά. Οι παραστάσεις πολιτικής ωρίμανσης και οι κοινωνικές προσλαμβάνουσες των 17χρονων της ψηφιακής εποχής είναι σίγουρα πολύ πληρέστερες σε σχέση με τις αντίστοιχες των 18χρονων του 1981, οπότε και μειώθηκε για τελευταία φορά το ηλικιακό κατώφλι του δικαιώματος ψήφου. Αποτελεί, ωστόσο, λογική αναγκαιότητα της μείωσης του ηλικιακού ορίου της ψήφου η ανάλογη προσαρμογή και άλλων δικαιικών εκφάνσεων της ενηλικίωσης (όπως η ικανότητα προς δικαιοπραξία και η ικανότητα προς καταλογισμό).

Οι δύο τελευταίες προτάσεις διευρύνουν το εκλογικό σώμα, υπηρετώντας από κοινού την αντίληψη μιας σύγχρονης ανοιχτής δημοκρατίας, που διέπεται από τις αξίες της διαφάνειας και της συμμετοχής. Μιας δημοκρατίας η οποία δεν είναι περίκλειστη και φοβική, αλλά αγκαλιάζει τόσο τα πιο απομακρυσμένα όσο και τα νεαρά μέλη της, εκπέμποντας την αυθεντική πολιτειακή βούληση να προσανατολίσει το βλέμμα της στο μέλλον και στην εξωστρέφεια. Ο υποκριτικός διάλογος του πολιτικού μας συστήματος, με προεξάρχουσα την κυβερνητική πλειοψηφία, επέλεξε να αγνοήσει τα παραπάνω, όπως και πολλά άλλα συναφή ζητήματα (κομματική χρηματοδότηση, εξορθολογισμός της εκλογικής διαδικασίας, διευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος εκλέγειν των ΑμεΑ κ.ά.). Στο χέρι μας είναι να τα αναδείξουμε με σοβαρότητα και στις κρίσιμες διαστάσεις τους.

Από την κλειστή δημοκρατία των συμφερόντων καλούμαστε να οδηγηθούμε στην ανοιχτή δημοκρατία της εμπιστοσύνης. Το άνοιγμα των θεσμών που δίνει φωνή σε όλο και περισσότερους και βγάζει τους πολίτες από τις σκιές είναι το πρώτο βήμα για να βγούμε από την κρίση.

Δ. Αγανιδης, δικηγόρος, Ολγα Κετικιδου, δικηγόρος, Γιωργος Νικολος, μετ. φοιτ. Νομικής, Στεφανος Παραστατιδης, γιατρός