ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα Θρησκευτικά και το «Πάτερ ημών»

Κύριε διευθυντά
Μετά την ομοβροντία των άρθρων της κυριακάτικης «Καθημερινής» (2/10/16) εναντίον του δικαιώματος της Εκκλησίας να έχει γνώμη για το μάθημα των Θρησκευτικών, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι καθαρά υπόθεση της πολιτείας, αλλά και την επιφυλλίδα του Χρ. Γιανναρά περί «εκκλησιαστικού γεγονότος», επιτρέψτε μου τις παρακάτω παρατηρήσεις: Αρχίζοντας από τη βασική διάκριση ότι «έστι γνώσις προηγουμένη της πίστεως και γνώσις τικτομένη εκ της πίστεως», προκειμένου για το μάθημα των Θρησκευτικών ως ορθόδοξη χριστιανική παιδεία, τα δύο αυτά είδη γνώσεως συνυπάρχουν. Αλλοι το βλέπουν, όπως και όλα τα άλλα μαθήματα, μόνο ως «γνώση προηγουμένη της πίστεως» και γι’ αυτό εύκολα δέχονται ή αποφασίζουν τη μετατροπή του σε θρησκειολογικό μάθημα, δηλαδή γνώση περί των θρησκειών. Αλλοι όμως, όπως η επίσημη Εκκλησία και το σύνολο των ορθοδόξων πιστών χριστιανών, προσεγγίζουν αυτό το μάθημα και ως «γνώση τικτομένη εκ της πίστεως».  Η «ορθόδοξος χριστιανική παιδεία» σημαίνει κάτι το εντελώς διαφορετικό από τη θρησκευτική διδασκαλία. Δεν πρόκειται για απλή καλλιέργεια της θρησκευτικότητας ή για διδασκαλία κάποιας θρησκείας ή του συνόλου των θρησκευμάτων και των δογμάτων, όπως προτίθεται να μετατρέψει το σχετικό μάθημα το υπουργείο Παιδείας. Στηρίζεται όχι σε μία θρησκεία ή συνονθύλευμα θρησκειών, όπως όλες οι άλλες, αλλά στο μοναδικό γεγονός της Ιστορίας, αυτό της ενανθρωπήσεως του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και της αποκαλυμμένης αλήθειας περί Θεού και του μεταφυσικού κόσμου. Πρόκειται για θεϊκό «μυστήριο» και όχι για θρησκευτικό ανθρώπινο γεγονός. Οπως και η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινος θεσμός, αλλά δημιούργημα του Αγίου Πνεύματος. Η προσέγγιση και η πρόσληψη του γεγονότος αυτού γίνονται κυρίως μέσα από το μυστήριο της πίστεως και τη συμμετοχή στην ορθόδοξη λατρεία, όχι μόνο μέσω της ανθρώπινης γνώσης.  Για τους παραπάνω λόγους η πολιτεία οφείλει να δεχθεί και τη θέση της Εκκλησίας για να έχει μια σφαιρική προσέγγιση του θέματος. Κάθε επιμονή σε μονόπλευρες λύσεις δεν ταιριάζει στην πλήρη έννοια της ελληνικής παιδείας. Η επίκληση δε της μονομερούς διαπίστωσης ότι «τα Θρησκευτικά στα σχολεία απέτυχαν να κάνουν καλούς χριστιανούς, πόσο δε μάλλον τα παιδιά που δεν τα έχουν και σε πολύ μεγάλη υπόληψη, ίσως επειδή είναι υποχρεωτικά» (Π. Μανδραβέλης) μπορεί να έχει τον αντίλογό της με το ερώτημα ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό, το μάθημα καθεαυτό, ο υποχρεωτικός του χαρακτήρας, οι μαθητές ή η πολιτεία που χειρίζεται τη διδασκαλία του μαθήματος αυτού στα σχολεία; Ιδια απάντηση μπορεί να δοθεί και στη μονομερή διαπίστωση ότι «όταν τα αγουροξυπνημένα παιδιά επαναλαμβάνουν μηχανικά το “Πάτερ ημών” με την έξω γλώσσα τους, όχι με την πιο μέσα ψυχή τους, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι νιώθουν κάτι σοβαρό» (Π. Μπουκάλας). Μήπως και αυτό οφείλεται στη φύση του μαθήματος και γι’ αυτό πρέπει να αλλάξει ριζικά ή στον τρόπο που διδάσκεται;

Αλεξανδρος Κακαβουλης – Καθηγητής Πανεπιστημίου, Αγ. Παρασκευή

«Φιλάρα, πάμε στους κολλητούς»

Κύριε διευθυντά
Παρακολουθούσα στο κρατικό κανάλι ένα οδοιπορικό της ισπανικής τηλεόρασης σε ορεινά χωριά της Ισπανίας. Ο ρεπόρτερ ρωτούσε κάποιους κατοίκους των χωριών για τη ζωή τους, τα έθιμά τους, τα προβλήματά τους και τι θα ήθελαν να μεταφέρουν στην κεντρική κυβέρνηση από τα αιτήματά τους. Οι ερωτώμενοι ήταν κατά κανόνα γυναίκες και πολύ λιγότεροι άνδρες. Οι γυναίκες ήταν σχεδόν σαν τις δικές μας, οι πιο πολλές μαυροφορεμένες, πικραμένες με ένα τσεμπέρι στα μαλλιά που πολύ έμοιαζε με αυτά που φορούν οι δικές μας στα χωριά μας. Eνα όμως ήταν εκείνο που τις έκανε να διαφέρουν χαρακτηριστικά. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου «Από δω είστε;» εκείνες απαντούσαν με φυσικότητα «Si senor» (Ναι, κύριε). Χρησιμοποιούσαν σχεδόν σε κάθε απάντησή τους την προσφώνηση «Κύριε». Δεν έλεγαν «Ναι, παιδάκι μου» ή «Ναι, αγόρι μου, ναι, νεαρέ» ή, αν θέλετε, «Ναι, ρε φίλε». Η σταθερή τους απάντηση σε κάθε ερώτηση που χρειαζόταν καταφατική απάντηση ήταν σοβαρή, μειλίχια και συνοδευόταν πάντοτε από τη λέξη «Κύριε». Eδειχναν κοινωνικό σεβασμό, αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα και εμφανή πολιτισμική ανωτερότητα. Hταν πολύ μακριά από τη δική μας ευτράπελη καθημερινότητα με τα γνωστά δήθεν τάχα αστειάκια του τύπου «μεγάλε, άρχοντα, φιλάρα, κολλητέ και δικέ μου». Σε εμάς ο ευτελισμός ξεκινάει από την πρωθυπουργική αγραβατωσιά και καταλήγει στα κακώς εννοούμενα ανεκδοτάκια μεταξύ συναλλασσομένου και υπαλλήλου της όποιας δημόσιας υπηρεσίας. Δείχνουμε στη συμπεριφορά μας μία έλλειψη αυτογνωσίας και σεβασμού προς τον συνομιλητή και τον χώρο που βρισκόμαστε. Οπου κι αν είμαστε, νομίζουμε πως είμαστε στα μπουζούκια. Χρησιμοποιούμε συχνά την έκφραση «υπάρχει κανά καλό κομμάτι στον ορίζοντα, μεγάλε, ή ακόμη να δείξει ψιλόβροχο η μετεωρολογία;». Αυτό το φωνάζουμε δυνατά μέσα στην υπηρεσία για επίδειξη φιλίας με τον υπάλληλο και ο υπάλληλος συγκατατίθεται με ένα χαμόγελο που δείχνει να κρατά κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα. Μεγάλε εσύ! Eνας λαός γεμάτος αγένεια και υπεροψία. Μεγάλε! Ασε που δεν μας διαφεύγει και τίποτα, από τον Ουσμάν Κουλί Μπαλί του Παναθηναϊκού έως το δεύτερο παιδί του Ουίλιαμ και της Κέιτ. Εχουμε μόρφωση και ενδιαφέροντα τεράστια. Αρχοντά μου εσύ. Οι απόψεις περί ψωροκώσταινας και έλλειψης κονδυλίων για τον δρόμο του χωριού εξέλιπαν παντελώς. Ο δρόμος, φιλάρα, θα μείνει λασπαριό, αλλά το πρωτάθλημα ανήκει και πάλι στον Ολυμπιακό και στον Ιντέγιε. Καθαρές κουβέντες με απόλυτη σοβαρότητα στον ωκεανό της αστειότητάς μας και στον χείμαρρο της θυελλώδους κατάντιας μας. Ψευτογελάκια, αστειάκια με χρήση γαργαλιέρας, πειράγματα και αισιοδοξία παρεξηγήσιμη με βάση την εγκληματική μας άγνοια. Ο Ερντογάν ζήτησε ημιεπισήμως τα νησιά του Αιγαίου, αλλά εμείς ακόμη γελάμε με ανέκδοτα θερμοκρασίας -50 βαθμούς Κελσίου και δίνουμε ραντεβού για καλό κρασί και ακόμη βαθύτερο ύπνο. Καλά μεσάνυχτα.

Φοιβος Ιωσηφ

Η Εκκλησία και η ευθανασία

Κύριε διευθυντά
Στην «Καθημερινή» της 18/9/2016 ο καθηγητής κ. Λ. Ζούρος εκθέτει άποψή του περί ευθανασίας κ.λπ., σχολιάζει αρνητικά αρχιερατική θέση και αποδίδει δήθεν εκδικητική και διχαστική της Εκκλησίας διάθεση, εφόσον αυτή εμμένει σε δογματισμό «κενού γράμματος της παράδοσης».  Οταν ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος λέει ότι ο Θεός έδωσε τη ζωή και Αυτός έχει το δικαίωμα να την αφαιρέσει, δεν διατυπώνει απλώς ένα επιχείρημα, αλλά κυρίως εκφράζει, δικαίως και εγκύρως, την αλήθεια της Εκκλησίας τεκμηριωμένη στον λόγο της ζωής, που δεν είναι, βεβαίως, κενό γράμμα της παράδοσης αλλά ο αψευδής Λόγος του Κυρίου, η καθαρή πνοή του λόγου της ζωής που δεν θαμπώνει αλλά καθαρίζει το κρύσταλλο. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η Εκκλησία και η διδασκαλία της, αλλά η επιχειρούμενη παραμόρφωση της αλήθειας του ορθόδοξου εκκλησιαστικού φρονήματος περί ζωής – θανάτου – Ανάστασης Χριστού.  Και το πρόβλημα υπάρχει από τη στιγμή που ο άνθρωπος, θέλοντας να αγνοεί την ορθόδοξη αλήθεια, υποκύπτει στην ουμανιστική παιδεία, με συνέπεια να μένει μετέωρος στα μεγάλα ζητήματα ζωής και θανάτου, πόνου και θλίψης, πίστης και μετάνοιας, και πολλές φορές να γίνεται δούλος «αλόγων παθών».  Σε τέτοιες στιγμές στον βασανισμένο άνθρωπο εμφανίζεται κάποιος που του λέει: «Καλά κάνεις που θέλεις να τελειώσεις εδώ! Ελα να σε βοηθήσω», και τον «βοηθάει» να πέσει στον γκρεμό και στο χάος. Ετσι συμβαίνει με την ευθανασία, σε κάθε περίπτωση. Να χάνεται άδικα μια ζωή, αφήνοντας, όμως, πίσω και τον συνεργό της οδυνηρής απώλειας. Κοινό πάντως χαρακτηριστικό θύματος και συνεργού η κοινή πίστη ότι τα πάντα τελειώνουν στο χώμα! Γι’ αυτούς ο Ιώβ, ο αιώνιος και απόλυτος θρίαμβος της ζωής πάνω στον πόνο και στη δυστυχία, είναι άγνωστος.  Ο Θεός είπε στον διάβολο: «Ιδού πάντα εστίν αυτώ δίδωμί σοι, πλην την ψυχήν αυτού διατήρησον!». Σε όλα δηλαδή μπορεί να μας βλάψει ο διάβολος εκτός από την ψυχή μας. Αυτό, όμως, που ο Θεός απαγορεύει στον διάβολο το κάνουν οι άνθρωποι! Αντιθέτως συμβαίνει με τον πιστό. Γι’ αυτόν υπάρχει κυρίως η ψυχή. Η ζωή δεν τελειώνει εδώ, γιατί υπάρχει η Ανάσταση του Χριστού και η ακλόνητη πίστη των παιδιών του ότι ο τριαδικός Θεός έχει χαράξει για πάντα την εικόνα του στην ψυχή τους. Γι’ αυτό τους είναι αδιανόητο να ξεπουλήσουν τον ανεκτίμητο θησαυρό τους για όποια απόλαυση, τιμή ή δόξα. Υπάρχει διέξοδος στο ανθρώπινο δράμα; Αναμφίβολα ναι. Οταν ο ναυαγισμένος σε κάποια ευλογημένη στιγμή της ζωής του, ακόμα και με τον τελευταίο αδύναμο ανασασμό της καρδιάς του, καταφέρει να πει, με κάποιο δάκρυ συντριβής, στο Θεό-Πατέρα: «Από το σκοτάδι επιστρέφω, Πατέρα, και το σώμα μου είναι όλο πληγωμένο. Δεν προφταίνω να χτυπήσω την πόρτα Σου, συγχώρεσέ με και βοήθησέ με!».

Αναστασιος Γ. Λεκκας – Δικηγόρος