ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Θλίψη, αλλά γιατί δημοσία δαπάνη;»

Κύριε διευθυντά
Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ασφαλώς ενδεδειγμένη, αλλά όχι επείγουσα. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην αντιμετώπιση των μεγάλων σημερινών προβλημάτων, μέγιστο των οποίων είναι η χρεοκοπία της χώρας μας, που επί του παρόντος απεφεύχθη, χάρη στην αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών. Αλλα μεγάλα προβλήματα είναι η συνεχιζόμενη φτωχοποίηση του πληθυσμού, η απουσία επενδύσεων και νέων θέσεων εργασίας, η μετανάστευση των νέων, η ανοχή του κράτους στην τρομοκρατία και η ανικανότητά του να διαχειριστεί το προσφυγικό πρόβλημα.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να λάβει υπόψη τη μέχρι σήμερα εμπειρία από την εφαρμογή του ισχύοντος Συντάγματος και να περιλάβει τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος.

Οπως αποδείχθηκε, η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία είναι χαμηλού επιπέδου, εξαιτίας της πελατειακής και κομματικής δημόσιας διοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρω:

α. Βουλευτές που απουσιάζουν συστηματικά από τις εργασίες του Κοινοβουλίου, χωρίς να υφίστανται τις προβλεπόμενες κυρώσεις.
β. Πολυσέλιδα νομοσχέδια που κατατίθενται την τελευταία στιγμή και ψηφίζονται από τους βουλευτές, χωρίς καν αυτοί να γνωρίζουν το περιεχόμενό τους.
γ. Μεταμεσονύκτιες φωτογραφικές διατάξεις, άσχετες με το υποψήφιο νομοσχέδιο.
δ. Πρόεδρος της Βουλής για μία ημέρα με μοναδικό προορισμό την πρόσληψη συγγενούς του α΄ βαθμού.

Το νέο Σύνταγμα πρέπει να είναι λεπτομερές και να μην επιτρέπει αμφισβητήσεις. Επίσης, να προβλέπει ποινές για τους τυχόν παραβάτες βουλευτές, ακόμη και έκπτωση από τη βουλευτική έδρα. Πρέπει επίσης να είναι σαφές, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για διαφορετικές ερμηνείες, όπως συνέβη πρόσφατα, με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποκτήσει τον έλεγχο των τηλεοπτικών σταθμών, εκμεταλλευόμενη την ασαφή διατύπωση των αρμοδιοτήτων του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης στο ισχύον Σύνταγμα.

Οπως είναι γνωστό, για την αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτείται η θετική ψήφος της Βουλής, της παρούσης και της επόμενης, και μάλιστα με αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον κατά τη μία από τις δύο ψηφοφορίες. Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα: εφόσον η βούληση του ελληνικού λαού είναι η διατήρηση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος και η παραμονή μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, θα πρέπει κατά τις σχετικές ψηφοφορίες στη Βουλή τα κόμματα του «δημοκρατικού τόξου» και του «ευρωπαϊκού τόξου» να διαθέτουν σχετική πλειοψηφία. Υπάρχει άραγε στη σημερινή Βουλή αυτή η πλειοψηφία; Θα υπάρξει και στην επόμενη;

Κωστας Γ. Τζαμουζακης, Πολιτικός Μηχανικός

Οι Natura που πληγώνουμε

Κύριε διευθυντά
Το αποκαλυπτικό άρθρο «Εγκλήματα σε περιοχές Natura» στην Κρήτη (Γ. Λιάλιος, 23/4/2017) δίνει ένα θλιβερό πανόραμα της καταστροφής του σπάνιου εθνικού πλούτου του περιβάλλοντος στη Μεγαλόνησο, όπου έχουν καταγραφεί 453 υποθέσεις περιβαλλοντικών παραβάσεων μόνο σε περιοχές Natura, από την αχαλίνωτη αυθαίρετη ιδιωτική δραστηριότητα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ασυδοσία των ιδιωτών συνεπικουρείται από την αβελτηρία του Δημοσίου, το οποίο για να μη φανεί κατώτερο των «ευγενών κινήτρων» των ιδιωτών καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να παραμένει παθητικά θεατής. Αρκεί να αναφερθεί ότι Δημόσιο, αν και υποχρεούται από το δίκαιο της Ε.Ε. να καταρτίσει διαχειριστικά σχέδια για κάθε μία από τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας, δεν έχει ακόμη εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή. Αυτό δεν το έκανε ούτε σε μεμονωμένες περιπτώσεις επενδύσεων. Πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί τουριστική επένδυση στην Κρήτη, η οποία πραγματοποιείται σε περιοχή που βρίσκεται στο σύνολό της σε ειδική ζώνη διατήρησης του δικτύου Natura 2000. Το Δημόσιο αδειοδότησε περιβαλλοντικά την εν λόγω επένδυση, χωρίς να έχει προηγουμένως θέσει το πλαίσιο προστασίας της εν λόγω περιοχής μέσω του αναγκαίου διαχειριστικού σχεδίου. Η τακτική αυτή δεν ευτελίζει μόνον το ασύγκριτο τουριστικό πλεονέκτημα της Κρήτης, που είναι η απαράμιλλη φύση και ο πολιτισμός της, αλλά αφήνει ταυτόχρονα μετέωρη μια επένδυση που το ίδιο το Δημόσιο έχει χαρακτηρίσει στρατηγικού χαρακτήρα για την οικονομία της χώρας.

Γιαννης Μιχαηλ, Αντιπρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού