ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Τα μοιρολόγια των μανάδων…»

amp-laquo-ta-moirologia-amp-nbsp-ton-manadon-amp-8230-amp-raquo-2216460

Κύριε διευθυντά
Είμαι αναγνώστης της «Κ» από το 1953 συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, γιατί ήταν η εφημερίδα της οικογενείας μας, αλλά και γιατί εξέφραζε και εκφράζει την πολιτική φιλοσοφία του ιδρυτή της, που με βρίσκει σύμφωνο. Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, την οποία είχα την τύχη, αν και πολύ μικρός στην ηλικία, να ζήσω και να θυμάμαι, καταθέτω στη φίλη «Κ»: «Τον Οκτώβριο του 1940 ήμουν εξίμισι χρόνων και μαθητής της Α΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου της γενέτειράς μου, τα Πετράλωνα Ολυμπίας. Ανήμερα την 28η Οκτωβρίου οι γονείς μου είχαν “πάει” στο χωράφι, γιατί συνεχιζόταν ακόμα η σπορά των σιτηρών και στο σπίτι μας είχαμε μείνει μόνοι, εγώ και ο, μεγαλύτερος κατά τέσσερα χρόνια, αδελφός μου και το πρωί είχαμε πάει σχολείο, γιατί στο χωριό μας, που είναι ορεινό, δεν είχε συγκοινωνίες και επικοινωνίες, και δεν είχε φθάσει η είδηση του πολέμου. Η είδηση έφθασε αργά το απόγευμα, όταν άρχισε να σουρουπώνει και προκάλεσε αναστάτωση στους κατοίκους, που άρχισαν να κτυπούν τις καμπάνες και εγώ με τον αδελφό μου νιώθοντας αυτή την κατάσταση φοβηθήκαμε και βγήκαμε στο μπαλκόνι του σπιτιού μας κλαίγοντας δυνατά. Τότε άκουσα τη φωνή μιας γειτόνισσας να λέει, “μην κλαίτε, ρε, μην κλαίτε, έρχονται”, εννοώντας τους γονείς μας, οι οποίοι ήλθαν σε λίγο. Φθάνοντας ο πατέρας μου άκουσα να λέει: “Γυναίκα φεύγω φαντάρος, να προσέχεις τα παιδιά”. Στη συνέχεια έφθασε και η νόνα μου “ουρλιάζοντας” από το κλάμα, γιατί, ενώ είχε χάσει δύο από τα έξι (6) παιδιά της, το μεγαλύτερο στον μικρασιατικό πόλεμο και το δεύτερο πέθανε μόλις γύρισε από τον στρατό, έβλεπε να φεύγουν για το μέτωπο και άλλα δύο παιδιά της, τον πατέρα μου και τον αδελφό του και θείο μου. Την άλλη μέρα, 29 Οκτωβρίου, εγώ με τον αδελφό μου πήγαμε σχολείο, αλλά ο δάσκαλος είπε σε όλους τους μαθητές, “παιδιά πάω και εγώ φαντάρος και το σχολείο θα κλείσει”.

Φεύγοντας είδα απέναντι από το σχολείο, στο μαγαζί του Φώτη Βασίλη (Μιχαλόπουλου), πολλά παλικάρια, που έφευγαν για φαντάροι, να πίνουν ποτά και να τραγουδάνε και απέναντι στην εκκλησιά πολλές γυναίκες να κλαίνε. Υστερα από λίγες μέρες θυμάμαι έναν από το χωριό μας, που είχε στο πιο ψηλό σημείο του χωριού μαγαζί, να βγαίνει και να λέει μόλις άρχιζε να βραδιάζει, “έπεσε το Τεπελένι ή έπεσε η Χειμάρρα” και οι κάτοικοι, όσοι είχαν δίκαννα, να “ρίχνουν στον αέρα” σε ένδειξη ενθουσιασμού. Στο μαγαζί του, όταν η μάνα μου με έστελνε να πάρω πετρέλαιο, άκουγα τους γερόντους, που μαζεμένοι έπιναν μαστίχα, να συζητούν περήφανα για τις επιτυχίες του στρατού στην Αλβανία και για τον Μεταξά, που τον οργάνωσε. Από τους κατοίκους του χωριού μας, που πήγαν στο μέτωπο φαντάροι, σκοτώθηκαν τρία παλικάρια και θυμάμαι ακόμα τα καθημερινά κλάματα και τα μοιρολόγια των μανάδων τους».

Βασιλης Ν. Σαλακας, Επίτιμος Δικηγόρος, τ. Νομικός Σύμβουλος και Προϊστάμενος Δικαστικού της ΔΕΗ

Αν ρωτούσαν τον μπακάλη…

Κύριε διευθυντά
Δεν έμαθαν να σκέφτονται! Δεν γνωρίζουν να προγραμματίζουν. Ανόητοι, ανίκανοι, ανεύθυνοι! Με τη χαρακτηριστική απερίγραπτη ασχετοσύνη τους, νόμισαν ότι ανακάλυψαν τον τροχό!

Πρόβλημα που είχαν να λύσουν: να πληρώνουν οι επιβάτες των μέσων συγκοινωνίας το εισιτήριό τους. Ο πολιτισμένος κόσμος που διαθέτει δημόσιο συγκοινωνιακό δίκτυο έχει προ πολλού λύσει αυτό το… δυσεπίλυτο πρόβλημα με απλούς και πρακτικούς τρόπους. Λειτουργούν και ελέγχονται οι συγκοινωνίες, απρόσκοπτα, τέλεια! Οι επιβάτες πληρώνουν! Τόσο δύσκολο να τους ρωτήσουμε, να φέρουμε έναν εμπειρογνώμονα, να αντιγράψουμε το σύστημα;

Είναι αδιανόητη η αλυσιτελής ταλαιπωρία του κόσμου.

Η απερίγραπτη γραφειοκρατία με το περίεργο πλήθος των απαιτούμενων δικαιολογητικών και στοιχείων, για το σχετικό φακέλωμα, παρατείνει την απρόβλεπτη ανωμαλία. Δεν κατόρθωσαν εδώ και τόσες ημέρες να λύσουν το πρόβλημα του ενός και μόνου εισιτηρίου, του πολίτη που θέλει να χρησιμοποιήσει τη συγκοινωνία μόνο μία φορά! Δεν υπάρχει ένας, ανάμεσα σ’ αυτούς τους αργόμισθους, που φόρτωσε και φορτώνει ο Τσίπρας τον δημόσιο προϋπολογισμό, κάποιος με απλή μπακαλίστικη λογική, να δώσει μια απλή λύση;

Δημ. Γ. Σμυρλης, Συν/χος λυκειάρχης