ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Πόσοι διαβάζουν αυτά που ψηφίζουν;

posoi-diavazoyn-amp-nbsp-ayta-poy-psifizoyn-2228361

Κύριε διευθυντά
Εξαιρετικά ενδιαφέρον και επίκαιρο το άρθρο του κ. Φίλη Αρναούτογλου, «περί ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων», που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της τελευταίας Κυριακής του έτους. Ο αρθρογράφος, επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ, προτείνει να ζητείται η γνώμη του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου προτού ψηφισθεί ένας νόμος από τη Βουλή, ώστε να είναι εκ των προτέρων γνωστό αν ο υπό ψήφιση νόμος είναι ή όχι ακυρώσιμος σε περίπτωση προσβολής του ενώπιον του ΣτΕ.

Η πρόταση είναι ενδιαφέρουσα και θετική. Μπορεί όμως να εφαρμοσθεί;

Είναι γνωστόν ότι το νομοθετικό έργο του Ελληνικού Κοινοβουλίου δεν διακρίνεται για την ποιότητά του. Πολυσέλιδα νομοσχέδια κατατίθενται την τελευταία στιγμή, και δεν υπάρχει χρόνος να διαβασθούν από τους βουλευτές που καλούνται να τα ψηφίσουν. Θυμάμαι ότι κάποιος βουλευτής που είχε υπερψηφίσει ένα νομοσχέδιο και διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι ο νόμος είχε ελλείψεις, δήλωσε από το βήμα της Βουλής ότι το είχε υπερψηφίσει χωρίς καν να το διαβάσει! Ενα άλλο συνηθισμένο πρόβλημα είναι οι δεκάδες τροπολογίες, πολλές από τις οποίες κατατίθενται την τελευταία στιγμή (μεταμεσονύκτιες) όταν δηλαδή δεν υπάρχει χρόνος για ουσιαστική συζήτηση. Ενα άλλο πρόβλημα είναι οι άσχετες προς το υπό ψήφιση νομοσχέδιο τροπολογίες, οι οποίες καθιστούν τον νόμο εκ των προτέρων ακυρώσιμο.

Είναι φανερό ότι, με τέτοιες συνθήκες, ούτε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή της Βουλής δεν έχει εκφράσει άποψη για το τελικό κείμενο του νόμου. Είναι επομένως αναγκαίο, μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης στη Βουλή και αφού υποβληθούν όλες οι τροπολογίες, να μεσολαβήσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. 2 ημερών, πριν από την ψήφιση του νόμου. Στο χρονικό αυτό διάστημα, τόσο η νομοπαρασκευαστική επιτροπή της Βουλής όσο και το ΣτΕ θα μπορούν να εκφράσουν γνώμη για το σύννομο ή μη του νομοσχεδίου.

Μια τέτοια διαδικασία, που μπορεί να κινηθεί με πρωτοβουλία του προεδρείου της Βουλής, θα οδηγούσε σε ουσιαστική βελτίωση του νομοθετικού έργου και αναβάθμιση του κύρους του Κοινοβουλίου.

Θέλουν όμως οι βουλευτές να βελτιώσουν και να αναβαθμίσουν το Κοινοβούλιο; Πολύ αμφιβάλλω. Πρόσφατο παράδειγμα η ψήφιση των προαπαιτουμένων από το «μνημόνιο» με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Γιατί δεν ακολουθήθηκε η κανονική διαδικασία, αφού τα προς ψήφιση προαπαιτούμενα είναι γνωστά από τότε που η κυβέρνηση υπέγραψε τη σχετική συμφωνία με τους δανειστές; Η διαδικασία αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι σύννομη.

Κωστας Γ. Τζαμουζακης, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ