ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο Μάνος, ο Μίκης και η ρωμιοσύνη

o-manos-o-mikis-amp-nbsp-kai-i-romiosyni-2232095

Κύριε διευθυντά
Κάποτε στο ραδιόφωνο ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει: «Γιατί είπε το “Οχι” ο Μεταξάς αφού θαύμαζε τον Αξονα και κυβερνούσε με τον τρόπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού; Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά, οι πιέσεις, οι Αγγλοι, τα ανάκτορα κ.λπ. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί: Και αν λέγαμε ναι; Πάλι στα ίδια θα ήμασταν. Ενα-δύο χρόνια υπό συμμαχική επιστασία – μήπως δεν ήμασταν πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς;– και ύστερα μέσα στη συμμαχία και τέλος στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Ασε και εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις ότι ήμασταν και οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος, σαν τον Καραγκιόζη, πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένο όφι. Μεθύσαμε από δόξα που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας. Για άλλη μία φορά νίκησαν οι Χίτες, οι κουτσαβάκηδες, οι ταγματασφαλίτες, οι βασανιστές και οι μέλλοντες Μιχαλόπουλοι και οι Κουρήδες. Αυτή είναι η 28η Οκτωβρίου».

Χρόνια πριν, σε μια συνέντευξη, ο Μάνος Χατζιδάκις, όταν τον ρωτούσαν επίμονα για τον Μίκη Θεοδωράκη, απάντησε: «Μα τι πάθατε με τον Μίκη. Οταν έλθει, θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε από κοντά. Η αλληλογραφία δεν είναι στο αίμα μου. Και σας το ξαναλέω. Δεν έχουμε τίποτα κοινό, ούτε για συμφωνία, ούτε για σύγκρουση… Γιατί πάντα μαζί ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης; Σταματάω τώρα εγώ αυτή τη σύζευξη. Είμαστε φίλοι με τον Μίκη και συνομήλικοι. Τίποτε άλλο. Εξάλλου εκείνον τον ακούνε μέσα σ' ένα κομφούζιο πολιτικής και μουσικής. Εμένα, όμως, όχι».

Η μόνη φορά που είδα τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη μαζί ήταν τον Νοέμβριο του 1989, στη συναυλία αντί συγκεντρώσεως της Νέας Δημοκρατίας προ των εκλογών εκείνων. Ο Μάνος έπαιζε πιάνο και ο Μίκης τραγουδούσε: «Διώξε τη λύπη, παλικάρι, πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι. Πώς να βγω και, πώς να βγω και να περπατήσω, τα λόγια του, τα λόγια του να θυμηθώ; με το φεγγάρι πώς, αχ πώς να τραγουδήσω, με το φεγγάρι πώς να παρηγορηθώ;».

Ηταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που τελικά βρέθηκε να χειρίζεται το Σκοπιανό – Μακεδονικό.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος –και πολλοί άλλοι– προβληματίστηκε με τη συμμετοχή του Μίκη Θεοδωράκη στο συλλαλητήριο της Κυριακής. Αδύναμο έργο του Θεοδωράκη η «Ρωμιοσύνη», λέει ο κ. Θεοδωρόπουλος. Ο ίδιος βεβαίως ξέρει, οι περισσότεροι όμως όχι, ότι ο Θεοδωράκης έχει συνθέσει και τη δικιά του (σε δικούς του στίχους) «Ρωμιοσύνη»:

«Θα σας μιλήσω μ’ ένα αλλιώτικο σκοπό, μη μου θυμώσετε πολύ, παρακαλώ, ψάχνω να βρω τη ρωμιοσύνη, κι αυτό το πάθος μού τη δίνει. Τη ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις, να το συνηθίσεις να το λες. Στην απορία μου απάντηση ζητώ, με αποφεύγουνε, με παίρνουν για τρελό, η ρωμιοσύνη παντρεμένη, είναι ευτυχής και γκαστρωμένη. Τη ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις, να το συνηθίσεις να το λες. Αυτά τα λόγια είναι παρανοϊκά, αφού γκαστρώθηκε σημαίνει είναι καλά, με κουμπάρο τον Καρούδα, έξω οι βάσεις απ’ τη Σούδα. Τη ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις, να το συνηθίσεις να το λες» [δίσκος: «Διόνυσος» (Σείριος, 1985)].

Πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1980 (έστω κι αν αφορούσε άλλη περίοδο), ο Μάνος Χατζιδάκις είχε παρουσιάσει τον «τελικό συμβιβασμό»: «Τα πρώτα νέα κυκλοφορούν στις έκτακτες εκδόσεις. Ο κυβερνήτης κυβερνά τους αστυνόμους. Η αναρχία κυβερνά τον κυβερνήτη. Ζήτω το έθνος, η πατρίδα και το σπίτι. Αλαλαγμός. Ο πληθυσμός είναι νεκρός. Εγινεεε… Ο τελικός συμβιβασμός… κι ούτε ψωμί ούτε νερό, οι νέοι τρέφονται με σκόνη. Ο τελικός συμβιβασμός. Στην πολιτεία κατοικούν οι δολοφόνοι, ο πληθυσμός είναι νεκρός. Εγινε ο τελικός συμβιβασμός».

Κυριακος Καρατζας