ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Oι διακριτοί ρόλοι Πολιτείας – Εκκλησίας

grammata-anagnwstwn--7

Κύριε διευθυντά
Πρόσφατες δημοσιογραφικές πληροφορίες δημοσιοποίησαν τις κυβερνητικές προθέσεις για επανασχεδιασμό των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας ενόψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Μάλιστα, καταγράφηκε και το ιδεολογικό στίγμα αυτής της πρωτοβουλίας, η οποία θα κινείται στην κατεύθυνση του πολύφερνου «χωρισμού». Σε αυτή τη φάση θα περιοριστώ σε δύο πρόδρομες επισημάνσεις.

α. Ο όρος «χωρισμός» είναι ατυχής, αδόκιμος και σε κάθε περίπτωση αρνητικά φορτισμένος. Ακριβώς ειπείν, θα πρέπει να γίνεται λόγος για «επαναοριοθέτηση των διακριτών ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας». Το ζητούμενο είναι η συναινετική εννοιοδότηση των διακριτών εξουσιών των δύο θεσμών, η οποία όντως προβάλλει αναγκαία, και όχι ο δήθεν «χωρισμός» τους, ο οποίος, άμοιρος ουσιαστικού περιεχομένου, εκτοξεύεται, ευκαίρως ακαίρως, ως πυροτέχνημα, εξυπηρετώντας, ως μη ώφειλε, μια επικοινωνιακή στόχευση, και μόνο…

β. Αποτελεί κοινή πείρα ότι το ζήτημα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας επανέρχεται, με αξιοζήλευτη περιοδικότητα, στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, χωρίς, πάντως, τη δέουσα σοβαρότητα, καθώς συχνά αγνοείται τόσο η ιδιάζουσα φύση του όσο και η πολύπτυχη διάστασή του. Ωστόσο, απαράβατος όρος για την ευόδωση της όποιας πρωτοβουλίας για τη διαρρύθμιση του ζητήματος είναι να υπάρξει αφενός το κατάλληλο timing για την εκδήλωσή της και αφετέρου η προετοιμασία των μερών για τη λύση που θα δοθεί, όποια και εάν είναι αυτή. Αλλωστε, «η καλή πολιτική, ό, τι άλλο κι αν είναι, παραμένει εν πολλοίς η τέχνη του εφικτού. Και το εφικτό είναι συνάρτηση τόπου και χρόνου» (Θ. Παπαγγελής, «Το Βήμα», 2010).

Δυστυχώς, η κυοφορούμενη αναδιάταξη των συνταγματικών σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας δεν ξεφεύγει, όπως φαίνεται, από τον επάρατο κανόνα της πολιτικής εκμετάλλευσης. Του λόγου το ασφαλές αποδεικνύει πρόσφατη βουλευτική ρήση: «Ο διαχωρισμός Πολιτείας – Εκκλησίας είναι αναγκαίος γιατί θα συσπειρώσει μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ»! Είναι προφανής η κυβερνητική πρόθεση να εντάξει, έστω καθʼ υποφορά στην παρούσα φάση, τον «χωρισμό» Πολιτείας και Εκκλησίας στον εκλογικό σχεδιασμό. Για άλλη μία φορά το ζήτημα τίθεται όχι, ως ώφειλε, σε ανύποπτο χρόνο, αλλά επ’ αφορμή –την επικείμενη προσφυγή στις κάλπες– και εξυπηρετεί ομολογημένα συγκεκριμένη εκλογική στόχευση – τη συσπείρωση της κομματικής βάσης της κυβερνώσας παράταξης και τη διέγερση των αριστερόστροφων κομματικών αντανακλαστικών της. Λείπουν επομένως οι αναγκαίες προϋποθέσεις για μια νηφάλια και απροκατάληπτη προσέγγισή του, με αποτέλεσμα η αποτυχημένη, άλλως η μη προσήκουσα έκβαση του εγχειρήματος να φαντάζει αναπόφευκτα προδιαγεγραμμένη…

Η Ιστορία, ατυχώς, δείχνει να επαναλαμβάνεται, χωρίς τα παθήματά της να έχουν γίνει μαθήματα! Σύνηθες σύμπτωμα μιας εποχής όπου «αφθονούν ο ερασιτεχνισμός και η δημαγωγική απλούστευση όλων των θεμάτων» (Ευ. Βενιζέλος, 2000).

Γεωργιος Ι. Ανδρουτσοπουλος, Δικηγόρος, εκλεγείς επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών