ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η εξόντωση των συνταξιούχων

i-exontosi-amp-nbsp-ton-syntaxioychon-2272114

Κύριε διευθυντά
Διαπιστώνουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός από τους πολιτικούς και τους οικονομολόγους μας θεωρεί ότι ο ταχύτερος και ασφαλέστερος τρόπος οικονομικής ανάκαμψης είναι η εξόντωση των συνταξιούχων. Δεν είναι μόνο ότι θα απαλλαγούμε από την πληρωμή χρημάτων σε ανθρώπους «που δεν προσφέρουν τίποτε», θα γλιτώσουμε και από τις δαπάνες θεραπείας και νοσηλείας ετοιμόρροπων ερειπίων, που «θυμούνται» και «θυμίζουν» τα περασμένα.

Ας δούμε λοιπόν τι θυμούνται.

Η πολιτεία, το κράτος, όρισε τους μισθούς των υπαλλήλων, τις ασφαλιστικές κρατήσεις, τον χρόνο υπηρεσίας τους και τη δικαιούμενη σύνταξη κατά την αποχώρησή τους. Με παρόμοια λογική καθόρισε και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και δικαιώματα και για τους υπόλοιπους πολίτες, επαγγελματίες, επιτηδευματίες και λοιπούς. Η σχέση αμοιβής – χρόνου υπηρεσίας/απασχολήσεως – ασφαλιστικών κρατήσεων – συντάξεως συνιστά μια άτυπη, αλλά ισχυρή, σύμβαση του πολίτη με το κράτος. Και μάλιστα μια «σύμβαση παραχώρησης» την οποία συνέταξε το κράτος και επέβαλε στον πολίτη ως υποχρεωτική, χωρίς το δικαίωμά του να μην προσχωρήσει σε αυτήν. Αναμορφώνοντας (πάντα προς τα πάνω), σταδιακώς, το ύψος των ασφαλίστρων.

Και τώρα, αφού ο ένας συμβαλλόμενος εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, αφού κατέβαλε το σύνολο των εισφορών που του επιβλήθηκαν, το αντισυμβαλλόμενο κράτος πιστεύει ότι δεν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις, αλλά δικαιούται να περικόψει τις συντάξεις όποτε, όσο και όσες φορές θέλει, με την απλή επίκληση δικαιολογιών. Θα υπενθυμίσω ότι, νομικώς, διαπράττεις «αμέλεια ως προς την ανάληψη εγχειρήματος» αν αναλάβεις μια υποχρέωση ενώ δεν είχες τη δυνατότητα να την εκπληρώσεις, πράγμα που δεν σε απαλλάσσει από την ευθύνη. Θα υπενθυμίσω ακόμη ότι, χωρίς τη συγκατάθεση των ασφαλισμένων, το κράτος επέδραμε κατ’ επανάληψιν στα ασφαλιστικά ταμεία, έχω καλύτερη γνώση για τη ληστεία στο ΤΣΜΕΔΕ.

Είναι εκπληκτικό ότι διακεκριμένη οικονομολόγος, για να δικαιολογήσει την (κατ’ αυτήν) ανάγκη περικοπής των συντάξεων, επικαλέσθηκε την «αλληλεγγύη των γενεών». Αν η δικαιολογία είναι ή όχι για γέλια, θα αφήσω να το κρίνουν οι σεναριογράφοι των θεατρικών επιθεωρήσεων. Οι συνταξιούχοι όμως αισθάνονται θλίψη και πικρία.
Σπούδασαν με θυσίες και στερήσεις αυτή τη γενιά των οικονομολόγων με την επιθυμία και την ελπίδα ότι τους προσφέρουν μόρφωση και ήθος – τον μαθηματικό τύπο που δίνει τους τόκους και τον ανατοκισμό, συναρτήσει του χρόνου και των επιτοκίων θα τον μάθαιναν στις τράπεζες και στα Ταμεία στα οποία θα υπηρετούσαν. Δεν περίμεναν ότι η αλληλεγγύη της (νέας) γενιάς τους θα εκφρασθεί ως εντολή «ώρα να φεύγετε». Περίμεναν ότι οι γνώσεις του ανατοκισμού θα βοηθούσαν τους οικονομολόγους να αντιληφθούν και να εξηγήσουν στους αδαείς, σε ποιον βαθμό η κατάρρευση των ασφαλιστικών ταμείων οφείλεται στην κακή διαχείριση του κράτους από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Και στη διεθνή τοκογλυφική απληστία.

Θ. Γ. Βουδικλαρης, Πολιτικός μηχανικός