ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα τρία αδελφάκια, το λαδοφάναρο και τα νεογέννητα κατσικάκια, εκείνες τις άγιες μέρες

ta-tria-adelfakia-to-ladofanaro-kai-ta-neogennita-katsikakia-ekeines-tis-agies-meres-2290570

Κύριε διευθυντά
Σύντομα θα γιορτάσω τα 84α γενέθλιά μου. Με συγκίνηση αναπολώ αλησμόνητες σκηνές, από τα προσχολικά και τα πρώτα σχολικά μου χρόνια, όταν περιμέναμε τα Χριστούγεννα, στο ορεινό χωριό Μαλακάσι Καλαμπάκας όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα.

Λίγο πριν ή λίγο μετά την ημέρα των Χριστουγέννων, περιμέναμε με λαχτάρα και ανυπομονησία να παρακολουθήσουμε ένα έργο που το βλέπαμε σε αρκετές επαναλήψεις και που πάντα είχε αίσιο τέλος, απ’ ό,τι θυμάμαι.

Συνήθως ήταν νυχτερινή παράσταση. Ενώ απολαμβάναμε αμέριμνοι το αναμμένο τζάκι στο καθημερινό μας δωμάτιο τα βράδια του χειμώνα, ξαφνικά, στο υπόγειο κάποια από τις αγαπημένες κατσίκες άρχιζε να διαμαρτύρεται με γοερές κραυγές για δύο – τρία λεπτά. Σταματούσε για λίγο και πάλι ξανάρχιζε. Ετσι είναι οι πόνοι της γέννας. Οσο κρατούσαν οι ωδίνες, για να διασκεδάσουμε την αγωνία μας για την έκβαση, οι τρεις μικροί ακροατές του έργου (εγώ και οι δύο νεότερές μου αδελφές) ζητούσαμε ο ένας από τον άλλο, με τρεμάμενη φωνή, να μαντέψει ποια, από τις γνωστές κατσίκες, γεννούσε.

Κάποτε, ενώ περιμέναμε την επόμενη ωδίνα, που μας φαινόταν ότι κάπως αργούσε να ‘ρθει, μας ξάφνιαζε η φωνούλα που έβγαινε από το νεογέννητο κατσικάκι. Αφήναμε αμέσως τη φωτιά και τρέχαμε προς την καταπακτή στο βάθος του διαδρόμου.

Κρατώντας το λαδοφάναρο, οδηγούσα τις αδελφές μου από τη σκάλα της καταπακτής στο ολοσκότεινο υπόγειο. Ακολουθώντας τον ελεύθερο διάδρομο της χορταποθήκης, φθάναμε στον ξύλινο φράχτη που μας χώριζε από τα ζώα. Ανοίγαμε την τελευταία πόρτα και ήμασταν ανάμεσά τους. Κάπου σε μια άκρη, η ταλαιπωρημένη αλλά ήρεμη μάνα είχε σηκωθεί στα πόδια της και είχε αρχίσει να περιποιείται το νεογέννητο, λείχοντάς το. Ο πλακούντας δεν είχε αποχωριστεί ακόμα τελείως από το σώμα της. Οι άλλες εγκυμονούσες κατσίκες συνέχιζαν ν’ αναπαύονται ξαπλωμένες, περιμένοντας να έλθει «το πλήρωμα του χρόνου» και για το δικό τους χαρμόσυνο γεγονός.

Το αδύναμο νεογέννητο πλάσμα κινούσε τα ποδαράκια του και φαινόταν ν’ απολαμβάνει τις θωπείες της μάνας του. Τότε, κόβαμε τον ομφάλιο λώρο, τυλίγαμε το νεογέννητο σε μια φαρδιά πετσέτα, που είχαμε πάρει μαζί μας για την περίσταση, και το ανεβάζαμε επάνω κοντά στη φωτιά.

Εκεί το βάζαμε σε μια μικρή σκάφη και ακολουθούσε επιμελής καθαρισμός από τις βλέννες, καθώς και λουτρό με χλιαρό νερό. Περνούσαν τα λεπτά σιγά σιγά και το αθώο πλασματάκι ζωήρευε, πλήθαιναν οι φωνούλες του και έκανε προσπάθειες να σηκωθεί στα πόδια του. Οταν το κατάφερνε, θεωρούσαμε ότι η πρώτη μας αποστολή είχε λήξει και επιστρέφαμε το μωρό στη μάνα του για τον πρώτο θηλασμό. Εμείς ήμασταν πανευτυχείς.

Την παράσταση πάντα παρακολουθούσαν η γιαγιά και η μητέρα. Από αυτές, άλλωστε, την είχαμε διδαχθεί. Ηθελαν να είναι βέβαιες ότι θα μεταφέραμε με ασφάλεια το νεογέννητο από και προς το υπόγειο και δεν θα μας έπεφτε στη φωτιά όταν το πλέναμε.

Ευχόμασταν, όλα τα κατσικάκια που κάθε φορά έρχονταν στον κόσμο να ήταν θηλυκά, γιατί είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν πέραν του Πάσχα και να γίνουν ώριμες αίγες. Τα αρσενικά θυσιάζονταν από τους ενήλικους ευσεβείς χριστιανούς για να γιορτάσουν την Ανάσταση του Κυρίου, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των μικρών παιδιών. Αλησμόνητες παιδικές χριστουγεννιάτικες παραστάσεις, στις οποίες μετείχα ως θεατής και πρωταγωνιστής.

Γεωργιος Τολης, Καρδιοχειρουργός