ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ας αντισταθούμε στον ευτελισμό

as-antistathoyme-amp-nbsp-ston-eytelismo-2308791

Κύριε διευθυντά
Κατά την τελευταία δεκαετία, η χώρα μας υπέστη τις συνέπειες μιας πρωτοφανούς οικονομικής απίσχνανσης και συνακόλουθα, μιας βίαιης προσαρμογής του τρόπου ζωής των πολιτών στα νέα δεδομένα. Οι χειμαζόμενοι πολίτες κλήθηκαν να συνδράμουν το κράτος ώστε να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία: η διαχείριση όμως της κατάστασης από κυβερνήσεις αδύναμες ή απρόθυμες να επιφέρουν ουσιώδεις μεταβολές και να αναδείξουν την ανάγκη ανανέωσης του οικονομικού και πολιτικού μοντέλου της χώρας, οδήγησε σε μία κρίση αξιοπιστίας, συνολικά, του πολιτικού μας συστήματος.

Αυτή η δυσπιστία που επικρατεί έναντι των πολιτικών –και η οποία εν μέτρω δικαιολογείται από τη διάψευση των προσδοκιών των Ελλήνων– έχει όμως εμφανείς διαβρωτικές συνέπειες και ευρύτερα στη νοοτροπία που διατρέχει τη χώρα ως προς τη θέαση των κοινών. Απογοητευμένοι από έναν σημαντικό αριθμό πολιτικών, οι Ελληνες σήμερα απαξιώνουν συνολικά την πολιτική διαδικασία και τους θεσμούς: παρατηρούν τον ευτελισμό των δημοκρατικών διαδικασιών και την τελμάτωση του δημόσιου βίου και είτε δυσθυμούν και κλείνουν τα μάτια είτε, σαν οπαδοί, επικροτούν κάθε πυροτέχνημα αμετροέπειας, το βρίσκουν φυσιολογικό και εντέλει εξοικειώνονται με την ιδέα της «διεφθαρμένης πολιτικής» που είναι για «γερό στομάχι», έχοντας παραγνωρίσει το όποιο κύρος θα έπρεπε να περιβάλλει την πολιτική σκηνή και έχοντας εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια ανάτασής της.

Ομως, ο σεβασμός στους θεσμούς, ιδίως δε στο Κοινοβούλιο και στη Δικαιοσύνη, είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για τη διατήρηση και την εμβάθυνση της δημοκρατίας. Η αληθής φιλοπατρία έγκειται όχι στην έπαρση της σημαίας ή στον αυτάρεσκο ρεμβασμό των αρχαίων μνημείων αλλά ακριβώς στον διαρκή αγώνα για χαλύβδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος μέσα από τη θωράκιση των θεσμών του, καθότι εξ αυτού ενδυναμώνεται ο αξιακός και πολιτιστικός πυρήνας της χώρας.

Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς έχει μειωθεί δραματικά και έχουμε φθάσει στο σημείο να είμαστε ίσως η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που υπολήπτεται περισσότερο τον στρατό και την αστυνομία από το Κοινοβούλιο και το δικαστικό σώμα. Το ζήτημα όμως είναι ότι αυτή η απογοήτευση οδηγεί παράλληλα και σε δαιμονοποίηση των καλών προθέσεων όποιου, με αγαθά κίνητρα, προσπαθεί να αλλάξει την εικόνα. Πρόσφατα συμμετείχα σε μία συλλογική προσπάθεια ανάδειξης της αξίας της συμμετοχής στις ευρωεκλογές, υπογραμμίζοντας το θετικό πρόσημο της παρουσίας της χώρας μας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η προσπάθεια αυτή απέσπασε τόσο επαίνους όσο και κριτική. Εξετάζοντας τα αρνητικά σχόλια, παρατήρησα ακριβώς την προαναφερθείσα δυσπιστία έναντι των καλών προθέσεων, καθώς για κάποιους, κάθε πολιτική πράξη, κάθε προβολή ενός θετικού μηνύματος, κάθε κάλεσμα σε αλλαγή πρέπει να υποκρύπτει ιδιοτέλεια και εξυπηρέτηση συμφερόντων.

Οσο η χώρα βρίσκεται σε καθίζηση και συνηθίζει την κατάσταση της θεσμικής έκπτωσης ως κανονική ή αναμενόμενη, όσο οι πολίτες επιφυλάσσονται κάθε καλοπροαίρετης πρωτοβουλίας και παραμένουν φοβικοί απέναντι στο «νέο» ή το «καλύτερο» που μπορεί να βοηθήσει προς την κατεύθυνση της επέλευσης θετικών μεταβολών, όσο αφήνουμε τη δημόσια ζωή έρμαιο της νοοτροπίας και του πολιτικού ιδεοτύπου, που λοιδορούμε και δεν εμπιστευόμαστε, απλώς και μόνο επειδή «έτσι συμβαίνει» ή «έτσι έχουν πάντα τα πράγματα», τόσο η δημιουργική απελευθέρωση και η δημοκρατική ανανέωση θα συνιστούν απλώς συνθήματα στη σφαίρα της θεωρίας. Δεν είναι όμως αυτή η Ελλάδα για την οποία οφείλουμε να αγωνιζόμαστε.

Σταθης-Ραφαηλ Πασγιανος, Φοιτητής Νομικής Σχολής Αθηνών