ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οταν η συγκίνηση, ο στοχασμός και η φαντασία του περαστικού πλάθουν ζωές σ’ ένα έρημο αρχοντόσπιτο

Οταν η συγκίνηση, ο στοχασμός και η φαντασία του περαστικού πλάθουν ζωές σ’ ένα έρημο αρχοντόσπιτο

Κύριε διευθυντά
Είδαμε πολλά παλιά σπίτια σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας που είναι σε άθλια κατάσταση. Στέγες πεσμένες, τοίχοι μισογκρεμισμένοι, οικοδομικά υλικά πεταγμένα στο πεζοδρόμιο, περιφράξεις ανύπαρκτες κ.λπ. Τα απομεινάρια αυτών των σπιτιών είναι έτοιμα να καταρρεύσουν προκαλώντας ζημιές, ή ακόμα και ανθρώπινα θύματα. Είναι λοιπόν φυσική η γενική κατακραυγή και καθολικό αίτημα να προχωρήσει η κατεδάφισή τους.

Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία παλιών σπιτιών σαν αυτά που συνάντησα σε περιπάτους μου στην Κηφισιά. Αυτά τα σπίτια είναι μεν παλιά, αλλά δεν είναι και κατεδαφιστέα. Εχουν παλιώσει, έχουν γεράσει, έχουν φθαρεί, γιατί έχουν παραμείνει πολλά χρόνια ακατοίκητα. Γιατί όμως έγινε αυτό; Μπορεί η οικογένεια που τα κατοικούσε να ξεκληρίστηκε. Μπορεί οι απόγονοι να μετανάστευσαν. Μπορεί οι κληρονόμοι να τσακώνονται… Πολλά τα «μπορεί».

Σταμάτησα απέναντι από ένα από αυτά. Κάποιοι σοβάδες έχουν αρχίσει να ξεφτίζουν. Κάποια κουφώματα είναι μισοσάπια, αραχνιασμένα και σφαλιστά. Η εξώπορτα κλεισμένη με αλυσίδα και λουκέτο. Στον κήπο, το χορτάρι έχει ένα μέτρο ύψος. Οι κουρεμένοι θάμνοι, γύρω από τη λιμνούλα, έχουν ξεραθεί. Στα παρτέρια δεν υπάρχουν πια πολύχρωμα λουλούδια. Ξερά κλαδιά των δέντρων έχουν πέσει και έχουν φράξει τα πλακόστρωτα μονοπάτια. Από το μυρωδάτο γιασεμί παραμένουν μόνο μερικά ξερά κλαδιά. Η κατακόκκινη βουκαμβίλια ξεράθηκε και αυτή, αφού δεν αντέχει στο κρύο και κανείς στο περασμένο χιονιά δεν την προστάτευσε. Οι γλυσίνες που σκαρφάλωναν περήφανα στο μπαλκόνι δεν κατάφεραν απότιστες να επιζήσουν. Παντού αφροντισιά και εγκατάλειψη.

Συγκινήθηκα. Κοίταξα το αρχοντόσπιτο που παλεύει να επιζήσει. Σκούπισα ένα δάκρυ και προσπάθησα με τη φαντασία μου να ξαναπλάσω τις ευτυχισμένες μέρες, τότε που αυτό το σπίτι ήταν κατοικημένο, τότε που αυτό το σπίτι ζούσε: Ακουσα τις χαρούμενες φωνούλες των παιδιών που κυνηγιόντουσαν στον κήπο. Φαντάστηκα τον παππού να διαβάζει την εφημερίδα του, καθισμένος στο παγκάκι κάτω από τη φουντωτή κουκουναριά.

Είδα τη γιαγιά να παρακολουθεί άγρυπνη από το παράθυρο τα παιχνίδια των εγγονιών της. Φαντάστηκα τους γονείς να κάθονται με την παρέα τους στη βορινή δροσερή βεράντα. Στη μιαν άκρη ο πατέρας με τους φίλους του να πίνουν το ουζάκι τους και να συζητάνε τα τελευταία αθλητικά νέα. Στην άλλη άκρη η μητέρα να παίζει με τις φίλες της μπιρίμπα και να τσακώνονται γελώντας…

Γιατί όμως έστησα όλο αυτό το σκηνικό; Γιατί έπλασα με τη φαντασία μου τις παλιές ευτυχισμένες μέρες; Γιατί αισθάνθηκα την ανάγκη να ζωντανέψω το παλιό σπίτι; Ειλικρινά δεν ξέρω. Ισως επειδή τα παλιά σπίτια με συγκινούν ιδιαίτερα. Ισως επειδή θεωρώ ότι τα σπίτια, όλα τα σπίτια, ζούνε μαζί με τους κατοίκους τους. Και όταν αυτοί φύγουν και τα εγκαταλείψουν, αυτά αργοπεθαίνουν, σαν ένα φτωχό συγγενή που έχει μείνει μόνος στη ζωή και περιμένει καρτερικά το αναπόφευκτο τέλος. Ισως πάλι αναθάρρησα με την κρυφή ελπίδα ότι μπορεί μια μέρα το σπίτι αυτό να κατοικηθεί ξανά. Να αναστηθεί. Να ξαναζήσει… Το ελπίζω και το εύχομαι. Τι άλλο να κάνω; Ο χρόνος όμως είναι ο πιο αδυσώπητος εχθρός.

Νικος Δυοβουνιωτης, Πολιτικός μηχανικός, Κηφισιά