ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Nous excitons la curiosité du public» (*) – Ο Σκιαθίτης, ο Νιρβάνας και η ιστορική φωτογραφία

amp-laquo-nous-excitons-la-curiosit-amp-eacute-du-public-amp-raquo-amp-ndash-o-skiathitis-o-nirvanas-kai-i-istoriki-fotografia-2337448

Kύριε διευθυντά
Yπακούοντας στον λόγο του ποιητή: πάντα «μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη…», ένα ευωδιαστό κείμενο, όπου ο Παύλος Νιρβάνας περιγράφει την ιστορική πρώτη φωτογράφιση, από τον ίδιο, του Αλ. Παπαδιαμάντη. Μια θυσία της αγιότητάς του στη ματαιότητα των εγκοσμίων. «Ενα κείμενο, που δυστυχώς μόνο ως παπαδιαμαντικό χριστουγεννιάτικο μπορεί να δημοσιευθεί και να διαβαστεί. Ετσι σαν κάτι διαφορετικό, σαν ένα ξεκουραστικό διάλειμμα, χαριτωμένο ίσως, μεταξύ των τόσων “σπουδαίων” που περιλαμβάνει η καθημερινότητά μας». Από τη «Νέα Εστία» (1933):

(…) Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα», ήταν η άρνησή του και η απολογία του (…)
Στη συνέχεια ο Νιρβάνας περιγράφει με τι «δόλια και αμαρτωλά μέσα, προφάσεις κ.λπ.» είχε καταφέρει να αποτραβήξει τον μεγάλο διηγηματογράφο μας ώς την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό του. (…) Να «ποζάρει» είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση, απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία (…)

(…) Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός, να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει –ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος– να μιλεί γαλλικά: «Nous excitons la curiosité du public». Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… κοινού! Ποιου κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα (…) Αυτό ήταν το κοινό, που δεν ήθελε να ενοχλήσει ο Παπαδιαμάντης. Κι αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, στην οποία βιαζόταν να δώσει τέλος.
«Nous excitons la curiosité du public»: Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η ταπεινή φράση σήμερα για εμάς, τους φιλάρεσκους, τους αγκαλιασμένους με την κάμερα, τους διαβρωμένους από την υπερέκθεση και την κοινωνική ασημαντότητα;

Μια φράση, άγνωστή μας εντελώς βεβαίως, που θα έπρεπε να είχε γίνει σημαία μας, οδηγός κοινωνικού φέρεσθαι, αγνοήθηκε παντελώς, ως άκρως ενοχλητική, αποτρεπτική ενός τοξικά αλληλο-προκλητικού τρόπου ζωής, που τόσο λατρέψαμε και που μας έφερε εδώ που είμαστε.

(*) (Ας μην) ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού.

Γιωργος Ι. Κωστουλας, Βούλα