ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η φαντασία της αμαρτίας, η ανεκτική έκλυτη Μονμάρτρη, η αυτοκαταστροφική δίψα του Λοτρέκ

grammata-anagnwstwn--5

Kύριε διευθυντά
Το έργο του Χριστόφορου Χριστοφή «Τoulouse – Lautrec» «Η φαντασία της αμαρτίας», εμπνευσμένο από τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου, ανέβηκε για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Γεωργούλη. Ιδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη («Καθημερινή» 31/10).

Δεν δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα· όμως η ζωή του Τουλούζ Λοτρέκ είναι ένα ζωντανό παράδειγμα του πώς ο πόνος, σωματικός και ψυχικός, μπορεί να σε οδηγήσει στη δημιουργία. Και εάν ένας άλλος μεγάλος ζωγράφος, ο Μιγέ, έλεγε ότι «δεν θέλω να καταργήσω τον πόνο, γιατί πολλές φορές αυτός κάνει τους ζωγράφους να εκφραστούν όσο γίνεται πιο έντονα», η ζωή του Λοτρέκ τού φέρθηκε σκληρά «χαρίζοντάς του» μεγάλο και συνεχή πόνο.

Από μικρός δοκιμάζει την αρνητική πλευρά της ζωής, χτυπημένος από σπάνια κληρονομική ασθένεια των οστών. Και τη θέση της παιδικής χαράς παίρνουν τα συνεχή κατάγματα των κάτω άκρων, νάρθηκες, ιαματικά λουτρά και, μεγαλώνοντας δυσανάλογα, δημιουργείται ένα τραγελαφικό θέαμα που θα τον συνοδεύει στο υπόλοιπο της σύντομης ζωής του. Από τη μέση και πάνω, ένα φυσιολογικό ανδρικό σώμα και το μισό κάτω παιδικό, προκαλώντας τη θυμηδία και τον οίκτο, πληρώνοντας έτσι αιμομεικτικές αμαρτίες γενεών, αλλά και των ίδιων των γονέων του (ήταν πρώτα ξαδέλφια).

Με αυτή την εμφάνιση και κατάσταση, κατάλαβε ότι δεν είχε πλέον θέση στο αριστοκρατικό περιβάλλον του και θέλοντας να αξιοποιήσει το μοναδικό χάρισμά του, πηγαίνει για σπουδές ζωγραφικής στο Παρίσι κι εκεί παραδίδεται στη ζεστή αγκαλιά της έκλυτης Μονμάρτρης, με τους εκκεντρικούς μποέμ τύπους, οι οποίοι δεν δίνουν σημασία σε τέτοιες εμφανίσεις, και τον Λοτρέκ για πρώτη φορά να μην αισθάνεται κοινωνικά αποκλεισμένος, επαναλαμβάνοντας τη φράση «η ζωή είναι ωραία λοιπόν», πλάθοντας έτσι με το δικό του μυαλό έναν απατηλό ωραίο κόσμο. Κλείνεται μέσα στα διάφορα νυχτερινά κέντρα (καμπαρέ, καφέ-σαντάν, μιούζικ χολ και οίκους ανοχής) όπου οι διάφοροι νυχτόβιοι αναζητούσαν εφήμερες απολαύσεις. Ετσι οι κλειστοί αυτοί χώροι φωτισμένοι από το τεχνικό φως του γκαζιού γίνονται το ντεκόρ του, κάτι σαν αντίποδας του Βερμέερ, όπου εκεί μέσα ζωγραφίζει γυναίκες (χορεύτριες, ηθοποιούς, ακροβάτιδες, τραγουδίστριες και πόρνες, «εκείνες» όπως τις ονομάζει). Και όταν ένας φίλος του τον παρατηρεί τι δουλειά έχει αυτός στα πορνεία, τού απαντά: «Μα, αγαπητέ μου, εδώ μέσα βρήκα επιτέλους κορίτσια στο ύψος μου». Και ζωγραφίζει ασταμάτητα γυναίκες όπως τη Ζαν-Αβρίλ, την Ιβέτ Γκίλμπερτ, την Καό και τις ανώνυμες πόρνες, αποδίδοντας όχι το ιδανικό αλλά το δραματικά αληθινό, την ανθρώπινη πάλη και κυρίως τη γυναικεία εργασία σε αυτό το απάνθρωπο και σκληρό περιβάλλον, βγάζοντας όμως μιαν αθωότητα που έκρυβαν αυτά τα γυναικεία πρόσωπα, ρίχνοντας έτσι τον σπόρο του διαφορετικού από τους προηγηθέντες ιμπρεσιονισμό και ακαδημαϊσμό, ένα σπόρο που θα ανθίσει στη συνέχεια με τους εξπρεσιονιστές. Οταν όμως νόμισε ότι μπορούσε να συνδεθεί σαν άνδρας με τις μούσες του, δοκίμασε τη σκληρή πραγματικότητα και απογοητευμένος το έριξε στο αλκοόλ, το οποίο τελικά τον σκότωσε. Διαισθανόμενος το τέλος του αποχαιρετά τους φίλους του στις 15 Ιουλίου 1901 στο Ορλί. «Δεν θα με ξαναδείτε», τους λέει και γυρίζει σπίτι του για να πεθάνει εκεί όπου γεννήθηκε, σαν τις πέστροφες, κοντά στη μητέρα του, τη μόνη γυναίκα που εξιδανίκευσε και η οποία ήταν γεμάτη τύψεις, αισθανόμενη ενοχή για την τύχη του γιου της. Στις 15 Σεπτεμβρίου αφήνει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της, ψιθυρίζοντας «Μaman! Vous! Rien que vous! C’ est bougrement dur de mourir!», δηλαδή «μαμά! Εσείς! Μόνον εσείς! Είναι τρομερά σκληρό να πεθαίνεις».

Ηταν ο καλλιτέχνης που μας κληροδότησε ένα σημαντικό έργο με 600 πίνακες, 330 λιθογραφίες, 30 αφίσες και χιλιάδες σχέδια.

Ι.Κ. Γεωργιου, Καρδιολόγος