ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο  Βερμέερ, ο φιλότεχνος καλόκαρδος φούρναρης και ο κερδισμένος χρόνος του Προυστ

o-amp-nbsp-vermeer-o-filotechnos-kalokardos-foyrnaris-kai-o-kerdismenos-chronos-toy-proyst-2379663

Κύριε διευθυντά
Ενα από τα διασημότερα πορτρέτα όλων των εποχών «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» του Γιοχάνες Βερμέερ συνεχίζει να κεντρίζει το ενδιαφέρον του κοινού 335 χρόνια μετά τη δημιουργία του. Επιτροπή που είχε συσταθεί για να δώσει απαντήσεις στα μυστήρια που κρύβει το μοντέλο του πίνακα, ανακοίνωσε τα αποτελέσματά της. Η επικεφαλής κ. Αμπι Φαντιβέρι μιλάει στην «Κ» – άρθρο του Νικόλα Ζώη την 6η Μαΐου, «Ενα διάσημο κορίτσι αποκαλύπτεται».

Oπως ήταν αναμενόμενο, τίποτα το ουσιαστικά νέο δεν αποκαλύφθηκε εκτός μερικών τεχνικών λεπτομερειών. Αντιθέτως προστέθηκε ένα ακόμη ερώτημα για το πώς ο ζωγράφος προμηθευόταν το πανάκριβο βαθύ γαλάζιο χρώμα με το οποίο ζωγραφίστηκε το κεφαλομάντιλο της κοπέλας. Eτσι, ο πίνακας παραμένει ένα μυστήριο, όπως μυστήριο λίγο πολύ αποτελεί και η ζωή του ίδιου του ζωγράφου, της «Σφίγγας του Ντελφτ» όπως επονομάζεται.

Ελάχιστα πράγματα, εκτός ολίγων τυπικών, γνωρίζουμε για τον ζωγράφο αυτό, που για την εποχή του ήταν μια μετριότητα, περίεργη όμως και ιδιόρρυθμη μετριότητα που, παρά το ότι έπρεπε να θρέψει τα 15 του παιδιά, δεν εμπορευματοποίησε τη δουλειά του, ζωγραφίζοντας δύο πίνακες τον χρόνο, αφήνοντας έτσι 35 ή 36 αριστουργήματα στη σύντομη ζωή του (1632-1675).

Υπάρχουν μόνο δύο γραπτές σύντομες αναφορές γι’ αυτόν, που σκιαγραφούν συγχρόνως την τραγική κατάσταση της ζωής του. Η πρώτη προέρχεται από τον Γάλλο ευπατρίδη Μπαλταζάρ ντε Μονκονίς που ταξίδεψε στο Ντελφτ για να συναντήσει τον ζωγράφο.
«…Συνάντησα τον ζωγράφο Βερμέερ στο Ντελφτ αλλά δεν είχε κανέναν από τους πίνακές του στο σπίτι. Τελικά πήγαμε στον διπλανό φούρνο όπου ο φούρναρης είχε έναν πίνακά του, τον οποίο είχε πουλήσει ο Βερμέερ για 100 λίβρες. Νομίζω ότι η τιμή αντιστοιχεί στην αξία 6 πιστολιών». Πρόκειται για τον φούρναρη Χέντρικ βαν Τεν, έναν από τους πάτρωνες του ζωγράφου, που έπαιρνε πίνακες για την προμήθεια του ψωμιού της οικογένειας.

Η δεύτερη συγκινητική μαρτυρία προέρχεται από τη σύζυγό του Κατερίνα Μπόλνες, η οποία σχολιάζοντας τον θάνατό του έγραψε: «…Ο πόλεμος (εννοεί τον πόλεμο μεταξύ Γαλλίας – Ολλανδίας του 1672) καθώς και τα μεγάλα έξοδα των παιδιών μας, τα οποία ήταν αδύνατον να πληρωθούν, τον έκαναν να αισθανθεί έντονη ψυχολογική καταπίεση και τελικά έπεσε σε λήθαργο χάνοντας κάθε επαφή με το περιβάλλον(μάλλον εγκεφαλικό επεισόδιο) και σε 36 ώρες πέθανε». Eτσι απλά. Ας σημειωθεί ότι 5 μήνες πριν είχε μεταβεί στο Aμστερνταμ (ήταν η δεύτερη φορά που έβγαινε από το Ντελφτ) και είχε δανειστεί μεγάλο χρηματικό ποσό. Κηδεύτηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1675 και για 200 χρόνια ξεχάστηκε.

Το όνομά του άρχισε δειλά δειλά να εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωσπου ο Μαρσέλ Προυστ τον κάνει γνωστό στο ευρύ κοινό με το βιβλίο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», στο οποίο ο άρρωστος συγγραφέας Μπεργκότ ταξιδεύει στην Ολλανδία για να δει τη μοναδική τοπιογραφία του Βερμέερ «Αποψη του Ντελφτ». Εναν πίνακα που αγαπά και τον θυμάται σαν ένα «μικρό κομμάτι κίτρινο τοίχου» και τότε σαν μια παραίσθηση βλέπει μια «ουράνια ζωγραφιά» που στο ένα της ζύγι βάραινε η ζωή του και στο άλλο ανέβαινε το μικρό κομμάτι του τοίχου τόσο ωραία κίτρινο ζωγραφισμένο.
Ενιωσε πως είχε απερίσκεπτα θυσιάσει το πρώτο για το δεύτερο. Επειτα από λίγα λεπτά έπεφτε νεκρός… Ηταν μια σκηνή που ο Προυστ δούλευε εκ νέου λίγες ώρες πριν από τον δικό του θάνατο, χωρίς να μπορεί να βγάλει από το μυαλό την «Αποψη Ντελφτ» που τον θεωρούσε τον πιο «όμορφο πίνακα του κόσμου».

Από τον Προυστ έως σήμερα η λατρεία του κοινού παραμένει αμείωτη, φτάνοντας στα όρια του πάθους. Γράφτηκαν βιβλία με θέματα από τους πίνακες, έγινε κινηματογραφική ταινία και όπερα. Στις, δε, τρεις αναδρομικές εκθέσεις που έγιναν στη δεκαετία του ’90 υπήρξε πραγματικός «χαμός». Παιχνίδι της τύχης; Ενα από αυτά τα μακάβρια παιχνίδια που παίζονται ερήμην των δημιουργών και που οι περισσότεροι έχουν αποδημήσει πολλά χρόνια πριν.

Τον αγαπάμε, τον θαυμάζουμε τον Βερμέερ για τον απίθανο έως μαγευτικό χειρισμό χρώματος και φωτός που κάνει τα αντικείμενα, από το καρβέλι έως τα μαργαριτάρια, να λάμπουν. Επίσης για τη σύλληψη της στιγμής που κάνει τον χρόνο να σταματήσει. Κυρίως όμως τον αγαπάμε καθ’ ότι μας προσφέρει με τις ατμοσφαιρικά γαληνεμένες κάμαρες και τις στρουμπουλές γυναίκες, κάτι που λείπει στην εποχή του θορύβου και του άγχους που ζούμε και αυτό είναι η ηρεμία, η γαλήνη, η σιωπή, ο στοχασμός και η ονειροπόληση.

Δεν του κρατούμε κακία επειδή στο τελευταίο έργο του «Η τέχνη της ζωγραφικής» μας έχει γυρισμένη την πλάτη του και είναι η μοναδική παρουσία του σε πίνακα. Γι’ αυτό η γυναίκα του αγωνίστηκε για να τον κρατήσει αλλά τελικά έπεσε θύμα και αυτό των πιστωτών του.

Ι.Κ. Γεωργίου, Καρδιολόγος