ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

In vino veritas, καθώς το διακόνημα της αμπελουργίας και της οινοποίησης ευφραίνει καρδίαν

«Και λέγει αυτώ· πας άνθρωπος πρώτον τον καλόν οίνον τίθησι, και όταν μεθυσθώσι, τότε τον ελάσσω...» - κατά Ιωάννην κεφ. Β΄. Ηταν τα επιτιμητικά λόγια του αρχιτρίκλινου προς τον (άσωτο ως προς τους υπολογισμούς του) γαμπρό, αφότου ο Ιησούς τέλεσε το πρώτο από τα αποδεικτικά θαύματά του, μετατρέποντας το νερό που ήταν σε ολόγιομες στάμνες σε γλυκόπιοτο κρασί στον γάμο εις την Κανά της Γαλιλαίας. Πολύ αργότερα ο πολυσχιδής Βενιαμίν Φραγκλίνος, τρυγώντας αποφθέγματα, νηφάλιος, απέσταξε: Το κρασί είναι η απόδειξη ότι ο Θεός μας αγαπά και θέλει να είμαστε ευτυχισμένοι, δίνοντας ωστόσο ακουσίως άλλοθι σε άκρατους οινόφλυγες να ξεπερνούν τα όρια, δοκιμάζοντας και τις αντοχές των γύρω τους. Αμπελος η ευλογημένη εις τον αιώνα τον άπαντα· στη φωτογραφία, τρυγητάδες παλαιότερου καιρού στο γιορτάσι της συγκομιδής (φωτ. ΑΠΕ/ΜΠΕ).

Κύριε διευθυντά
Οι περί το κρασί επιστήμες, εργασίες, ενασχολήσεις είναι χαρωπές. Και ευγενικές. Και αισιόδοξες. Αυτή, η πρώτη και βασική διαπίστωση μετά την πυκνή φετινή, ευκαιριακή συναναστροφή μου με εκπροσώπους οινοποιητικών μονάδων. Αυτών των σπουδαίων πυρήνων προόδου, δημιουργικού ανταγωνισμού και υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ενα δώρο του Σεπτέμβρη αυτό, εν τω μέσω του τρυγητού.

Ξεκινώ, αναθεωρώντας παλαιότερη εντύπωσή μου, ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε οινική παιδεία ούτε οινική παράδοση. Οι πυκνές εξελίξεις και οι πρόοδοι γύρω από την αμπελουργία και την οινοποίηση, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στη χώρα μας, μας έχουν απομακρύνει οριστικά από την εποχή όπου η οινική παράδοση εξαντλούνταν στην ετήσια ιδιοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση του κάθε αγροτικού νοικοκυριού. Οπου οι παππούδες μας έφτιαχναν κρασί όπως ήξεραν, ή μάλλον όπως δεν ήξεραν. Κάπως μεγαλύτερες αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις προμήθευαν χύμα κρασάκι στους αστούς και στα γειτονικά τους ταβερνεία. Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, για τις ανάγκες της χρονιάς και μόνο. Οσο, δηλαδή, περίπου μπορούσε να ανασταλεί, Κύριος οίδε πώς, ο φυσικός προορισμός του κρασιού: να γίνει ξίδι. Αυτά πλέον ανήκουν στο παρελθόν. Ηδη μετά την πρώτη εμφάνιση κατά τη δεκαετία του ’70 των πρωτοπόρων μικρών παραγωγών, ογκούται ελπιδοφόρα το κύμα οινοπαραγωγών νέας γενιάς, που με επιστημονικό τρόπο και ερασιτεχνική αγάπη ασκούν την αμπελουργία και την οινοποίηση, «ως εν ναώ διακονούντες», αλλά και «παρ’ οίνω μελετώντες», διαλαλώντας, μέσα από έναν υψηλό επαγγελματισμό, ότι με το κρασί «δεν παίζουμε».

Κύριο, κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο όλων αυτών των προικισμένων ανθρώπων, η υψηλότατη (ή ταπεινότατη;) υπηρέτηση αυτού του πολύμορφου, προϊοντικού διδύμου: του σταφυλιού και του κρασιού. Ακούγοντας και βλέποντάς τους, ένιωθα να επιβεβαιώνεται συνεχώς πόσο παρήγορο είναι ότι η σοφή γενναιοδωρία της μητέρας φύσης βρίσκει στο πρόσωπό τους τους αντάξιους θεματοφύλακες – διαχειριστές της.

Γιατί η φύση δεν κάνει κρασί. Κάνει σταφύλια. Είναι ο άνθρωπος που με προσωπική εργασία: χειρωνακτική, επιστημονική, ερευνητική, δημιουργική, επεμβαίνει τόσο στην αμπελουργία όσο και στην οινοποίηση, για την επίτευξη των τόσο θαυμαστών επιδόσεων σε τελικό προϊόν, που όλοι χαιρόμαστε.

Ενδεικτικό των υψηλών τους απαιτήσεων είναι ότι, κατά την αρχαία ελληνική, «οινότευκτη» εποχή, στην αμπελουργία και την οινοποίηση δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ δούλοι. Με τον φετινό τρύγο να διαδέχεται μια πολύ άσχημη χρονιά, από εμπορικής πλευράς, ας ευχηθούμε σε όλη την ευγενική συντεχνία των αμπελουργών – οινοποιών της χώρας, εκτός από «καλά κρασιά», να έχουν και την οικονομική ανταμοιβή που τόσο δικαιωματικά –και σωρευτικά θα έλεγα– δικαιούνται.