ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

To Βυζάντιο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Δύση και η «ματιά» του ιστορικού Μίκχαϊλ

Αποφράς ημέρα. Τρίτη 29η Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο) η καρδιά της εξασθενημένης υπερχιλιετούς αυτοκρατορίας έπαψε να χτυπά. Εξεικόνιση σύγκρουσης των υπερασπιστών της Πόλης με τους Οθωμανούς στην πύλη του Ρωμανού. Εργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.

Κύριε διευθυντά 
Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τη συνέντευξη στον Σάκη Ιωαννίδη του καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Γέιλ, Αλαν Μίκχαϊλ («Καθημερινή», 20-9-2020, Τέχνες και Γράμματα, σελ. 1), που ουσιαστικά αναφέρεται στη στροφή στο παρελθόν της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής και ειδικά στην προσφορά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και έχω αρκετές επιφυλάξεις. Περιορίζομαι να σχολιάσω δύο σημεία.

α) Ο καθηγητής Μίκχαϊλ θεωρεί πως το γεγονός ότι «μια μερίδα της τουρκικής πολιτικής ελίτ έχει συμφέρον να υποβαθμίσει το βυζαντινό παρελθόν της Κωνσταντινούπολης», αυτό συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο (όχι ανόμοιο, κατά την έκφρασή του) που «η Ελλάδα και άλλα έθνη που βρέθηκαν υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία προσπαθούν να καλύψουν το οθωμανικό παρελθόν τους». Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για δύο διαφορετικά φαινόμενα. Η τουρκική εξουσία δέν υποβαθμίζει απλώς το βυζαντινό παρελθόν, καλύπτει, παρασιωπά και συστηματικά καταστρέφει στοιχεία του χιλιετούς ιστορικού παρελθόντος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (όχι μόνο της Κωνσταντινούπολης), την οποία κατέκτησε και διαδέχθηκε. Ενώ η Ελλάδα και τα άλλα έθνη, που υποδουλώθηκαν στους Οθωμανούς, προσπαθούν όχι να «καλύψουν» –αυτό δεν είναι επιστημονικά εφικτό–, αλλά να αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν (συχνά συναισθηματικά) τη σκλαβιά τετρακοσίων και πλέον χρόνων. Η γενίκευση, που ακολουθεί στη συνέντευξη, μειώνει τη σημασία και εξομοιώνει τις διαφορές και την ιδιαιτερότητα κάθε περίπτωσης. 

β) Κατά τον ιστορικόν Μίκχαϊλ, «ο σύγχρονος κόσμος οφείλει πολλά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία» και συμπερασματικά υποστηρίζει ότι «λίγες αυτοκρατορίες διήρκεσαν τόσο πολύ ή επηρέασαν τόσο πολλές και διαφορετικές κοινότητες». Ιδιαίτερα αναφέρεται στον σουλτάνο Σελίμ Α΄ (1467-1520), τον επικαλούμενο Γιαβούζ (=Σκληρό), και στην προσφορά του στη Δύση. Οτι οι οθωμανικές κατακτήσεις και οι πόλεμοι είχαν αντίκτυπο και επιπτώσεις στην Ευρώπη είναι γνωστό και αυτονόητο. Το πρόβλημα είναι η μορφή και το είδος των επιδράσεων που άσκησαν. Ο καθηγητής αναφέρει για παράδειγμα την «ώθηση στα ταξίδια των Ισπανών στον Ατλαντικό». Ομως, όπως είναι γνωστό μετά την Αλωση και την κυριαρχία των Οθωμανών στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ασία, έκλεισε για τη Δυτική Ευρώπη και τις μεσογειακές εμπορικές πόλεις ο δρόμος προς την Ανατολή, με το σημαντικό εμπόριο και τα προϊόντα της. Οπότε τα μεσογειακά και δυτικά κράτη της Ευρώπης αναγκάστηκαν να στραφούν προς τα δυτικά με τις γνωστές συνέπειες και ανακαλύψεις. Δεν πρόκειται επομένως για προσφορά των Οθωμανών αλλά για επιπτώσεις της κατάκτησης.

Δεν σχολιάζω την άποψη ότι οι Οθωμανοί βοήθησαν στη θρησκευτική μεταρρύθμιση. Το καίριο αυτό θέμα έχει πολλαπλά ερευνηθεί και ερμηνευθεί από τους ειδικούς. 

Γενικά έχω την εντύπωση ότι στη συνέντευξη η όποια προσφορά (ή ο αντίκτυπος; ή οι επιπτώσεις;) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχει υπερβολικά τονιστεί.