ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οταν η Ιστορία χτυπάει πόρτες, άλλοι λεν το «ναι» κι άλλοι κρύβονται κάτω από το χαλί τους

otan-i-istoria-chtypaei-portes-alloi-len-to-nai-ki-alloi-kryvontai-kato-apo-to-chali-toys-561185473

Κύριε διευθυντά
Στη Μάχη της Αγγλίας το 1940 η τάξις των ευγενών αυτής της χώρας προσέφερε με τη μορφή εκατόμβης τα καλύτερα παιδιά της στην απόκρουση του Χίτλερ. Οι πιλότοι της θυσίας ήταν οι λεοντιδείς της. Στη μάχη για τη Μακεδονία στις αρχές του 20ού αιώνα η αστική τάξις της Αθήνας προσέφερε τον εκλεκτό της Παύλο Μελά. Στη μάχη για τα Γιάννενα η τάξις της ανακτορικής Αυλής «προσέφερε» τους «ευγενείς» και γελοίους σπαθοφόρους της, οι οποίοι ασχημόνησαν στα μουσουλμανικά τεμένη, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του επιτελικού της εκστρατείας Ιωάννου Μεταξά. Στη μάχη για την περίθαλψη των προσφύγων 1922 οι αστοί με τα μεγάλα σπίτια της Αθήνας (στους «Πρόσφυγες» του Γρηγορίου Ξενόπουλου), χάρις στα «μέσα» τους, μπορούν να αποφεύγουν την επίταξη των υπογείων τους για την προσωρινή εγκατάσταση των ξεριζωμένων της Σμύρνης και έχουν την άνεση να βλέπουν από ψηλά τον χύδην λαό των εργατών και αγροτών. Στη μάχη των «Αδερφοφάδων» της εμφύλιας σφαγής οι «χρυσοκάνθαροι» της στιβαρής αρθρογραφίας στην «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα φροντίζουν να υπηρετούν τα στρατεύσιμα παιδιά τους στα γραφεία της πρωτεύουσας, μακριά από τη φρίκη της Μουργκάνας, του Γράμμου και του Βιτσίου.

Και να, τώρα, γυρίζοντας στα χρόνια του ελληνικού Επους του ’40, βλέπουμε στην «Κ» της Τετάρτης, 28 Οκτωβρίου 2020, στη σελίδα 14, τις «Τρεις ιστορίες τέχνης του πολέμου» με την υπογραφή της κ. Μ. Βασιλειάδου. Λαμπρή σελίδα, ομόρρυθμη με το ανατυπωμένο τετρασέλιδο της «Κ» της 29ης Οκτωβρίου 1940, με τους τίτλους και το κύριο άρθρο της, που φέρνουν δάκρυα στα μάτια εκείνων που τους διάβασαν για πρώτη φορά όταν τότε κυκλοφόρησαν.

Ομως τώρα, εκεί στο «Οταν η προπαγάνδα δίνει παραγγελία», κάτι αλλάζει. Τι είναι; Είναι η πληροφορία πως για τις αφίσες του πολέμου οι καλλιτέχνες που τις σχεδίασαν (αν και ως σπουδαστές της Ανωτέρας Σχολής Καλών Τεχνών αρχικά αρνούνταν να συμμετάσχουν στο εγχείρημα και να συνεργαστούν με το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννου Μεταξά), τελικά συνεργάστηκαν επειδή (κατά το νοούμενο) δεν απέκρουσαν τη λογική η οποία υπαγόρευσε την πρόταση σ’ αυτούς να σχεδιάσουν τις αφίσες.

Και ποια ήταν αυτή η λογική; Ηταν η στοργική άνωθεν λογική που «αποσκοπούσε να κρατήσει τους σπουδαστές της σχολής μακριά απ’ τους κινδύνους του πολέμου» κατά της φασιστικής Ιταλίας. Επρόκειτο μάλιστα περί λογικής με αριστερά εύσημα, όπως μαρτυρεί άλλη παράγραφος του ίδιου κειμένου. 
Δυσάρεστο, όχι περιττό να μαθαίνεις τέτοιες πραγματικότητες. Η φυγομαχία, όταν οι άλλοι χύνουν το αίμα τους, όσο είναι ατιμωτική, άλλο τόσο είναι ενστικτώδης. Η διά συγκεκριμένων παραδειγματικών πράξεων διαπαιδαγώγηση σε αυτήν, ασχέτως των όποιων καλλιτεχνικών κινήτρων, είναι τερατώδης. Η πρώτη μπορεί να επικαλεστεί τη συγγνώμη, όσο κι αν οι μεταγενέστερες εποχές καταγράφουν μια συνεχή ροή του νερού της λησμονιάς, μια μέθη της συνείδησης και μια ηθική πληρότητα, οι οποίες πάντως αποτελούν –και αυτό μετράει– την ευτυχή συγκυρία καλλιτεχνικής απογείωσης. 

Η δεύτερη είναι ανεξιλέωτη. Οι αρχαίοι φύλαγαν για ανάλογες λογικές την αειφυγία, κάτι που ίσως επιφυλάσσει στον καθένα μας ένα διαρκές «δεδικαίωται κατά τα έργα αυτού». Ομως αυτά τα τελευταία τελούν και υπό την αίρεση ότι η περί ης η συζήτηση πληροφορία αποδίδει επακριβώς τα γεγονότα.