ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Μνήμες τότε εφήβου από τον Δεκέμβριο ’44

Κύριε διευθυντά
«Οσοι Αθηναίοι βρίσκονται στη ζωή, τα Χριστούγεννα του 1944 θα τα θυμούνται» έγραφε στο άρθρο του με τίτλο Χριστούγεννα 1944 στην «Καθημερινή» της 25/27 Δεκεμβρίου ο Σάκης Μουμτζής.

Σήμερα, 89 ετών πλέον, θυμάμαι ακόμη εκείνη την περίοδο.

Οι γονείς μου, ο αδελφός μου κι εγώ, 13 ετών τότε, είχαμε μετακομίσει σε μια μονοκατοικία στη Φιλοθέη. Ο πατέρας μου ήταν ένθερμος Βενιζελικός από τα νιάτα του.

Μία μονάδα του ΕΛΑΣ βρισκόταν στη Φιλοθέη. Ηταν 6 Δεκεμβρίου 1944, ώρα 3 τα ξημερώματα, όταν χτύπησαν την πόρτα μας. «Θέλουμε να μιλήσουμε στον Δρακάτο», είπαν.

«Εμένα θέλουν. Καθυστερήστε τους όσο μπορείτε», μας είπε ο πατέρας μας κι εξαφανίστηκε. Τρεις ένοπλοι ελασίτες μπήκαν στο σπίτι μας να τον αναζητήσουν.

Μόνο η τύχη έσωσε το πατέρα μου.

Πήδηξε από το πλαϊνό παράθυρο και κρύφτηκε πίσω από κάτι πυράκανθα, κάνοντας όμως θόρυβο.

«Εσύ είσαι, Μήτσο;» ρώτησε ο τέταρτος ελασίτης που φρουρούσε μπροστά στο σπίτι μας, νομίζοντας ότι ήταν ένας από τους συντρόφους του.

«Ναι», ψιθύρισε ο πατέρας μου. «Μείνε εσύ εκεί και εγώ πάω δεξιά», απάντησε!

Ο πατέρας μου πήδηξε τον διπλανό φράχτη και πήγε στο σπίτι ενός φίλου του αριστερού, όπου έμεινε μέχρι το πρωί, οπότε ξαναγύρισε σ’ εμάς.

Φύγαμε με τα πόδια, ανεβήκαμε τα βουνά της Φιλοθέης, πέσαμε στο Γαλάτσι και προχωρήσαμε στη πλατεία Αγάμων στο σπίτι της γιαγιάς μου. Κοιμόμασταν στο πάτωμα.

«Κλείστε τα παράθυρα κι ανοίξτε τις πόρτες», φώναζαν απέξω οι ελασίτες.

Μετά τρεις μέρες, πάλι ποδαρόδρομο, φτάσαμε στο σπίτι ενός φιλικού προσώπου στην οδό Ομήρου, στα σύνορα τότε της ελεύθερης περιοχής της Αθήνας.

Οταν η μητέρα μου αντίκρισε τους στρατιώτες, έπεσε λιπόθυμη στον δρόμο από την υπερένταση.

Προσωπικά μίση και αντιπαλότητες, διαμάχες πολιτικών συχνά ανώφελες, διχαστικές τάσεις, πόσες φορές δεν μας έχουν οδηγήσει σε εμφύλιο διχασμό και στην εθνική καταστροφή. Ετσι είναι το DNA μας!