ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ελλάδα, Τουρκία και τα «επί τάπητος»

Κύριε διευθυντά
Την 25η Ιανουαρίου ξεκινούν για 62η φορά σε διάστημα σχεδόν 20 ετών οι συνομιλίες μας με την Τουρκία. 

Οι προσδοκίες και από τα δύο μέρη παραμένουν ισχνές. Αλλά ισχνές παραμένουν και οι πιθανότητες πολεμικής σύρραξης, αν εξαιρέσει κανείς μια ατυχή συγκυρία τοπικού επεισοδίου από λάθος ή επιπολαιότητα. Ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία επιθυμούν ή επιδιώκουν τον πόλεμο, εφόσον ψύχραιμα εκτιμάται ότι δεν θα υπάρξει ένας νικητής αλλά δύο ηττημένοι. 

Μία εξίσου ψύχραιμη εκτίμηση της Συνθήκης της Λωζάννης θα μπορούσε να καταλήξει στο λογικό συμπέρασμα ότι, εφόσον δεν θα γίνει πόλεμος, η Λωζάννη δεν θα αναθεωρηθεί από τα δέκα κράτη/εγγυητές που τη συνυπέγραψαν το 1923. 

Εάν ο έμπειρος κ. Παύλος Αποστολίδης ενστερνιστεί τις δύο αυτές μάλλον αδιαμφισβήτητες εκτιμήσεις, το έργο της ελληνικής διπλωματίας αποκτά σταθερές βάσεις διεθνούς εμβέλειας διότι διαθέτει πειστικότητα προς όλους, ξεκάθαρη φιλειρηνική και συμμαχική στάση, εθνική αξιοπρέπεια και ιστορική συνέπεια. 

Αν όμως τα προτερήματα αυτά αρκούν για να μην αποτύχει η ελληνική διπλωματία στο δύσκολο έργο της, σίγουρα δεν αρκούν για να επιτύχει. Θεμελιώδη διαπίστωση της εθνικής μας πολιτικής πρέπει να αποτελέσει το γεγονός ότι αν θέλουμε να υπάρξουν παραχωρήσεις από την Τουρκία θα πρέπει να υποστούμε ανάλογες υποχωρήσεις των εθνικών μας επιδιώξεων. 

Αυτό ισχύει εφ’ όλης της διμερούς ύλης που θα αποτελέσει το αντικείμενο των συζητήσεων – και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη χώρα μας συμφέρει απολύτως οι συζητήσεις να είναι ευρύτατες (της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης!), να τεθούν τα ζητήματα επί μεσογειακής – νατοϊκής βάσεως, να απλωθούν στο τραπέζι οι πολυεθνικές συνιστώσες του Αιγαίου, συγκαταλεγομένης και της ρωσικής. 

Μόνο αν ανοίξουμε τα ελληνικά μάτια μας και κατανοήσουμε την ευρύτερη διεθνή συγκυρία μέσα στην οποία συνυπάρχουμε, τότε και μόνον τότε θα επιτύχουμε μια συμπαγή, μακροχρόνια, επωφελή συμφωνία με την Τουρκία, συνεπικουρούμενη από διεθνείς συμπαραστάτες. 

Βάσει των ανωτέρω, η θέση της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν προσφέρει πεδίο ουσιαστικής συνδιαλλαγής αλλά απλά και μόνο πεδίο αντιπαράθεσης: η Ελλάδα συναντάται με την Τουρκία για να αποδείξει ότι έχει το δίκιο με το μέρος της και ότι στην Τουρκία πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις από τη διαιτησία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. 

Ηδη άλλωστε το ατελέσφορο της διαδικασίας αυτής προδικάζεται όχι μόνο από τη Γερμανία αλλά και από την προεδρεύουσα της Ε.Ε. Πορτογαλία.