ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ιερωμένοι, πίστη, πιστοί και COVID

Κύριε διευθυντά
Στο φύλλο της «Καθημερινής» της 6ης/1/21 (σελ. 3) δημοσιεύθηκε άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου σχετικά με τη ρήξη (ή μη ρήξη) των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας, λόγω απαγορεύσεως θρησκευτικών εκδηλώσεων κατά την εορτή των Θεοφανίων.

Για την οικονομία του χώρου δεν θα σχολιάσω την κυρίως ανάπτυξη του θέματος από τον Σεβασμιώτατο. Στο ίδιο άλλωστε φύλλο υπάρχουν άρθρα των κ. Γ. Παυλάκη και Π. Μανδραβέλη, τα οποία επαρκώς καλύπτουν το θέμα, αλλά και περίληψη της απορριπτικής αποφάσεως του ΣτΕ επί αιτήσεων για τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί την περίοδο Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Το σκεπτικό αυτής της αποφάσεως προφανώς ισχύει και για την απαγόρευση των Θεοφανίων.

Θα σταθώ, όμως, στην τελευταία φράση του Σεβασμιωτάτου: «…Σε κάθε περίπτωση, υπεύθυνη για τα του οίκου της είναι η Εκκλησία και ουδείς έτερος».

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η φράση αυτή του Σεβασμιωτάτου θα έπρεπε είτε να μην υπάρξει είτε να συμπληρωθεί ως εξής: «…υπό την προϋπόθεση τηρήσεως του νόμου, τον οποίο θεσπίζει η μόνη υπεύθυνη προς τούτο, δηλαδή η Πολιτεία.

Ο Σεβασμιώτατος, άριστος χειριστής της ελληνικής γλώσσας (όπως μας έχει αποδείξει σε παλαιότερες δημοσιογραφικής μορφής τηλεοπτικές εκπομπές), ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι η διατύπωση της φράσεώς του (ως έχει) δίδει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας κάποιας οίησης, μάλλον ασύμβατης τόσο με το ιερατικόν αξίωμα, όσο και με την όποια τυχόν προσπάθεια καταλλαγής.

Τέλος, θα ήμουν ευτυχής εάν μπορούσα να γνωρίζω πώς αισθάνεται ένας κληρικός όταν τελεί την εξόδιο τελετή, όπου ο προκείμενος νεκρός είναι θύμα της COVID-19 και μολύνθηκε κατά τη διάρκεια θρησκευτικής συνάξεως, την οποία δεν απέτρεψε (αν όχι εμμέσως προεκάλεσε) η ιεραρχία της Εκκλησίας.