ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Oι Τρεις Ιεράρχες και τα αρχαία κείμενα

Κύριε διευθυντά 
Σήμερα 30 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών, μεγάλων πατέρων και οικουμενικών διδασκάλων, θεμελιωτών της ελληνοχριστιανικής παράδοσης: του ουρανοφάντορος Μεγάλου Βασιλείου (330-379), αρχιεπισκόπου Καισαρείας, του Θεολόγου Γρηγορίου Ναζιανζηνού (329-396), πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και του μεγάλου εκκλησιαστικού ρήτορα Ιωάννη Χρυσοστόμου (347-406), πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Η εορτή καθιερώθηκε το 1100, επί αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού, από τον υμνογράφο Ιωάννη Μαυρόποδα, επίσκοπο Ευχαΐτων Παφλαγονίας της Μικράς Ασίας, ενώ στο ελληνικό κράτος ορίσθηκε το 1842 ως εθνική σχολική και των γραμμάτων εορτή για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. 

Το θεολογικό έργο και η κοινωνική προσφορά των «μεγίστων φωστήρων» και «μελιρρύτων ποταμών της σοφίας» έχουν αξιολογηθεί δεόντως από μελετητές αρμοδιότερους εμού. Επιπρόσθετα, όμως, στον τομέα της Φιλολογίας, η συμβολή τους ήταν αξιόλογη στην προώθηση της χριστιανικής διδασκαλίας σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, σε μια καινούργια σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού. Επηρεασθέντες από την κλασική Φιλολογία και τις ελληνικές σπουδές τους στις σχολές των Αθηνών και της Ανατολής, έθεσαν τη θύραθεν παιδεία και τον αρχαίο λόγο στην υπηρεσία του χριστιανισμού. 

Ο Βασίλειος και ο ισάδελφός του Γρηγόριος σπούδασαν στις ένδοξες σχολές των Ακαδημεικών και των Περιπατητικών στις Χρυσές Αθήνες, μητέρα της πολυειδούς σοφίας, με συμφοιτητή τους τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα, και με διδασκάλους τους εθνικούς Ιμέριο και Προαιρέσιο. Παράλληλα, ο Χρυσόστομος, πολυγραφότατος και χρυσορρήμων, με έξοχη ευγλωττία, δεινός ων λέγειν και πείθειν, σπούδασε στην Αντιόχεια, με δάσκαλο τον περίφημο εθνικό ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο. 

Ο Μ. Βασίλειος ονομάζει την ποίηση του Ομήρου «έπαινον αρετής», ο Γρηγόριος συνιστά να διαβάζονται «Αι βίβλοι των ποιητών» και ο Χρυσόστομος προτρέπει τους νέους να διαβάζουν τα έπη των αρχαίων. Ειδικότερα, ο Μ. Βασίλειος στην εμπνευσμένη πραγματεία του «όπως αν εκ των ελληνικών ωφελοίντο λόγων» υπεδείκνυε πως πρέπει να μελετώνται τα ποιητικά και τα πεζά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, όσα συντελούν στη βελτίωση του βίου, παραλαμβάνοντες ό,τι είναι ωφέλιμο και προφυλασσόμενοι από το βλαβερό, μιμούμενοι τον Οδυσσέα, που έφραζε τα αυτιά του για να μη σαγηνευθεί από τις Σειρήνες, και τις μέλισσες που δεν αποκομίζουν το δηλητήριο από τα άνθη. 

«…καθάπερ της ροδωνιάς το άνθος δρεψάμενοι, τας ακάνθας εκκλίνομεν, ούτω και επί των τοιούτων λόγων, όσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, το βλαβερόν φυλαξώμεθα…» 

Η πραγματεία αυτή, που καθόριζε τη σχέση της χριστιανικής θρησκείας προς την κλασική παιδεία, γεφυρώνοντας το χάσμα εθνικού κόσμου και χριστιανισμού, εκδόθηκε λατινιστί στη Δύση το 1458, στους χρόνους της Αναγέννησης, και μελετήθηκε συνεχώς και μάλιστα για σχολικούς σκοπούς στην ελληνική Ανατολή. (Βλ. Νικόλαος Εμμ. Τζιράκης, «Μέγας Βασίλειος και ελληνισμός», Αθήνα 2005).