ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οταν μου ζήτησαν να «χτενίσω» τη γλώσσα

Κύριε διευθυντά 
Μια ιστοριούλα για τη γλώσσα μας, επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας (9.2), που πέρασε (και δεν μας ακούμπησε…). Φιλική ομάδα νεοφυούς (startup!) εταιρείας με παρακάλεσε να ρίξω μια ματιά στην ιστοσελίδα της (site!), ζητώντας μου να «χτενίσω» λίγο το ελληνικό κείμενό της. Τι να «χτενίσω»; Με την πρώτη ματιά, σήκωσα τα χέρια ψηλά. Hταν ένα απαράδεκτο κείμενο για κάποιον που γνωρίζει ελληνικά. Ο λόγος ήταν προφανής: το κείμενο δεν ήταν παρά η μετάφραση από το πρωτότυπο αγγλικό. 

Οταν τους ανακοίνωσα ότι μου ήταν δύσκολο να επέμβω και ότι μάλλον το κείμενο θα έπρεπε να γραφτεί από την αρχή, ούτε εξεπλάγησαν ούτε ανησύχησαν. Μου είπαν: «Μη στενοχωριέστε. Το ξέρουμε. Απλώς το γράψαμε έτσι για να υπάρχει. Η default(!) γλώσσα του site θα είναι η αγγλική. Κανένας δεν πρόκειται να αναζητήσει την ελληνική εκδοχή του κειμένου». Μάλιστα. 

Τι έχουμε εδώ; Το πιο ακμαίο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, εμφανέστατα, πλάθει και ασκεί το εκφραστικό του όργανο όχι στη μητρική του, αλλά στην ξένη γλώσσα. Δεν μιλάει απλώς αγγλικά, σκέφτεται αγγλικά. 

Τυπική περίπτωση γλωσσικής ραθυμίας. Ενα παράδειγμα κι αυτό της γενικότερης εθνικής αβουλίας που χαρακτηρίζει την ελληνική ζωή στο σύνολό της. «Τι ποσοστό θα αντιπροσώπευε άραγε σε μια δημοσκόπηση το τμήμα εκείνο της κοινωνίας που: ανησυχεί, ενημερώνεται, αναρωτιέται, δοκιμάζει και δοκιμάζεται, αμφισβητεί, αναθεωρεί, αναμετριέται με το καινούργιο, τολμά, προσδοκά, αξιολογεί και αξιολογείται;» αναρωτιέται η Μ. Κατσουνάκη. Φοβάμαι πολύ χαμηλό, μακριά από μια «κρίσιμη μάζα», απαραίτητη για να συντηρήσει στην ελληνική κοινωνία όσες ποιότητες την κράτησαν όρθια μέχρι τώρα. 

Μια από αυτές τις ποιότητες και η γλώσσα, ως «αυθύπαρκτη αξία και ουσία ζωής». Γιατί γλώσσα και σκέψη αναπτύσσονται σύμμετρα. «Η ψεύτικη ζωή μας κάνει ψεύτικη και τη γλώσσα μας. H αλήθεια δεν επιβάλλεται από τη γλώσσα στη ζωή, αλλά από τη ζωή στη γλώσσα. Πρέπει να ξαναζήσουμε αληθινά για να ξαναμιλήσουμε αληθινά», αφορίζει αφοπλιστικά (και κομψότατα) ο Ζ. Λορεντζάτος.