ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο Πούσκιν, ο Γκνέντιτς και ο άθλος της Τατιάνας

Κύριε διευθυντά
Ο τακτικός επιστολογράφος της «Καθημερινής» κ. Αντώνης Βενέτης από το Μοναστηράκι Δωρίδος μας θύμισε, μεταξύ άλλων (Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021), τον θαυμασμό του θεμελιωτού της ρωσικής λογοτεχνίας Αλεξάνδρου Πούσκιν (1799-1837) για τη μετάφραση στα ρωσικά της Ιλιάδας του Ομήρου από τον Νικολάι Γκνέντιτς. Υπάρχει βέβαια και ένα δίστιχο επίγραμμα του Πούσκιν, σε ομηρικό εξάμετρο στίχο, όπου ο Πούσκιν παρατηρεί ότι ο Ομηρος ήταν τυφλός, ενώ ο Γκνέντιτς μονόφθαλμος και ότι, συνεπώς, το έργο του μεταφραστή («Αχίλλειος άθλος», που του πήρε δέκα χρόνια απομόνωση στο κτήμα του, μακριά από τον έξω κόσμο) δεν μπορεί να μοιάζει στο πρωτότυπο παρά μόνον κατά το ήμισυ.

Ομως, η ιστορία έχει συνέχεια. Μικρο-μικρο-μικρανεψιά του Νικολάι Γκνέντιτς (1784-1833) ήταν η Ρωσίδα ποιήτρια και μεταφράστρια Τατιάνα Γκριγκόριεβνα Γκνέντιτς (1907-1976), η διά τον ποιητικόν λόγον σαλή. Χαμένη στους στίχους και στις μεταφράσεις της, η φιλόλογος Γκνέντιτς κατέληξε στις συνωστισμένες φυλακές της Κα Γκε Μπε του Λένινγκραντ, στα τέλη του 1944, από όπου περίμενε να τη μεταφέρουν σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας για να εκτίσει ποινή δέκα ετών. Το έγκλημά της ήταν «έγκλημα σκέψεως». Είχε ανακαλέσει την αίτησή της να γίνει μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Η θέση της, λόγω γλωσσομαθείας, στην υπηρεσία επικοινωνιών – πληροφοριών με τους Συμμάχους απαιτούσε να γίνει μέλος του κόμματος. Εκείνη όμως, αυθόρμητα, μόνη της, χωρίς βία ή παρότρυνση, ομολόγησε ότι είχε σκεφθεί κάποτε να μεταναστεύσει στην Αγγλία, οπότε, όπως έλεγε, δεν άξιζε να γίνει μέλος του κόμματος! Ηταν, πράγματι, τρελοί οι χρόνοι του Στάλιν…

Οταν ο ανακριτής, για να αποσυμφορήσει κάπως τα κελιά, πρότεινε στην Γκνέντιτς να χρησιμοποιεί τη βιβλιοθήκη της φυλακής, εκείνη αρνήθηκε. «Είχε δουλειά», του είπε. Μετέφραζε, χωρίς βιβλία, χωρίς μολύβι και χαρτί, τις δεκαεπτά χιλιάδες στίχους του σατιρικού-επικού ποιήματος «Δον Ζουάν» του Βύρωνος. Από στήθους! Στο ένα φύλλο χαρτί του γραφείου του, που της διάθεσε ο ανακριτής εκείνη την ημέρα, με τυπωμένο τον επίσημο τίτλο «Δήλωσις τού κατηγορουμένου», κατάφερε να χωρέσει χίλιους στίχους του ποιήματος, γράφοντας με γράμματα-ψείρες και γεμίζοντας κάθε ένα τετραγωνικό εκατοστό με μιαν οκτάστιχη στροφή. Η μετάφραση ήταν σε «οττάβα ρίμα», όπως ακριβώς στο πρωτότυπο!

Οι μεταφράσεις τών Γκνέντιτς, θείου και μικρο-μικρο-μικρανεψιάς, είναι, και σήμερα ακόμη, οι παραδεδεγμένες μεταφράσεις στα ρωσικά της Ιλιάδας και του Δον Ζουάν αντίστοιχα. Ο Βύρων, στο «Τρίτο Κάντο» (από τα δεκαέξι πλήρη και το ένα ημιτελές) του Δον Ζουάν, γραμμένο τον χειμώνα 1819-1820, στο οποίο ο ήρως του επισκέπτεται «Τα Νησιά της Ελλάδος», παρενέβαλε δεκαέξι εξάστιχες στροφές με διαφορετική αρίθμηση, διαφορετικό στίχο και διαφορετικό μέτρο από αυτό των υπολοίπων οκταστίχων στροφών του, για να απομακρυνθεί, προσωρινώς, από τον σατιρικό γενικό χαρακτήρα του ποιήματος. Για να δείξει στον αναγνώστη ότι τις ιδέες του για την ελευθερία της Ελλάδος τις εννοούσε σοβαρά. Και πριν ακόμη από την Ελληνική Επανάσταση.Χάρη στον ανώνυμο ανακριτή της «Κα Γκε Μπε», που πρέπει να ήταν άνθρωπος με κάποια ευαισθησία, γνώση και καλλιέργεια, γι’ αυτό και πρέπει να τον εξαφάνισαν τελείως οι σύντροφοι, και χάρη στη δύναμη ψυχής τής Τατιάνας Γκνέντιτς, κέρδισε η ρωσική και η παγκόσμια λογοτεχνία ένα θαυμαστό μνημείο λόγου. Και δικαιώθηκε κάπως και ο θείος Γκνέντιτς. Η μετάφραση μπορεί να είναι επίτευγμα ανάλογο του πρωτοτύπου. Το μεγαλύτερο δίδαγμα, όμως, είναι ότι ο λόγος, που ο άνθρωπος ενστερνίζεται, ο λόγος που ο άνθρωπος αποστηθίζει, είναι το μόνο στέρεο και αναπαλλοτρίωτό του απόκτημα.