ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Θεία Ευχαριστία, θαύματα και κορωνοϊός

Κύριε διευθυντά
Παίρνω αφορμή από την πρόσφατη συνέντευξη του μητροπολίτη Νιγηρίας (Πατριαρχείο Αλεξανδρείας) στην «Κ» και στον κ. Σταύρο Τζίμα για να αναφέρω στοιχεία εξ αυτής, τα οποία επικροτώ και εγώ: «Στο πλαίσιο του θρησκευτικού αναλφαβητισμού που επικρατεί, διαφεύγει από τους περισσότερους: ότι το φάρμακο της αθανασίας και όλα αυτά που γνωρίζουμε έχουν εσχατολογική έννοια. Μήπως έχουμε καθήκον να εξηγήσουμε περισσότερα πράγματα, λόγω θρησκευτικού αναλφαβητισμού, στους απλούς ανθρώπους; Στους ιερωμένους, μηδέ και επισκόπων εξαιρουμένων; Μήπως η θεολογική τους κατάρτιση είναι ελλιπής;» (εφημ. «Ορθόδοξος Τύπος» 15 Ιαν. 2021).

Και προσθέτω εγώ. Στο μέγα αυτό πρόβλημα που έχει τεθεί έναντι των πιστών, ποια δηλαδή θέση θα πρέπει να λάβουν στον τρόπο που μετέχουν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, η επίσημη Εκκλησία φαίνεται όχι απλώς διχασμένη αλλά απληροφόρητη και απρόθυμη να ασχοληθεί βαθύτερα με το θέμα. Απίστευτο! Τα κηρύγματα στους ναούς δεν έπαυσαν να είναι ηθικολογικά (και ποτέ δογματικά), μέχρι του σημείου ώστε, εάν βγάλουμε από αυτά το όνομα «Χριστός» και το αντικαταστήσουμε με το «Βούδας», «Κομφούκιος», «Μωάμεθ», να μη διαφέρουν σε τίποτε από τα αντίστοιχα των άλλων θρησκειών. 

Δεν γνωρίζουν οι απληροφόρητοι χριστιανοί, ότι άλλο «μυστήριο» και άλλο «θαύμα». Το θαύμα παράγεται σε απρόσμενο χρόνο και καταλύει τους νόμους της φύσης. Το μυστήριο επιτελείται συστηματικά χωρίς να αλλάζει τίποτε στη φυσική συμπεριφορά των υλικών που χρησιμοποιούνται. Από τον 12ο αιώνα η Καθολική Εκκλησία το έχει διευκρινίσει, κάτι που υιοθέτησε αργότερα και η δική μας: «Παρά το ότι η ουσία αλλάζει σε σώμα και αίμα Χριστού, εντούτοις παραμένουν τα συμβεβηκότα του άρτου και του οίνου, δηλαδή το χρώμα, η γεύση κ.λπ.». Αρα τα ίδια αυτά υλικά υπόκεινται και σε μόλυνση. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα μυστήρια. Στο Βάπτισμα π.χ. ο ιερέας δεν κρατάει απεριόριστα το παιδί κάτω από το αγιασμένο νερό, μήπως πνιγεί. Η Εκκλησία δέχεται τις παρεκκλίσεις κατ’ οικονομίαν: «καθίσταται πρόδηλον ότι η οικονομία δεν δημιουργεί κατάστασιν παρατεταμένην και μονίμως ισχύουσαν, αλλ’ εξαίρεσιν του κανόνος διά συγκεκριμένην μόνον περίπτωσιν» («Δογματική» Π.Ν. Τρεμπέλα, τομ. 3ος, σελ. 49, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήναι 2003).

Η ιστορία της θέσπισης του μυστηρίου μαρτυρεί περί όλων αυτών: Μέχρι τον 1ο μ.Χ. αιώνα τα δείπνα ήταν απλά και κοινά, οι «αγάπες». Τον 2ο μ.Χ. αιώνα η θεία ευχαριστία παρουσιάζεται ενωμένη με τις «αγάπες». Από τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα και μετά η Θεία Ευχαριστία χωρίζεται από τις «αγάπες». Αυτά για την εκκλησιαστική και την ευρύτερη κοινωνική ευταξία αλλά και για να απαλειφθεί το αίσθημα της ενοχής που βιώνει το πλήθος των χριστιανών: «Εν τη χρήσει της οικονομίας η Μία Εκκλησία εξετάζει πρωτίστως, εάν η ελαφρά και πρόσκαιρος παρέκκλισις από της ακριβείας θα συνετέλει εις εξασφάλισιν μείζονος αγαθού τη Εκκλησία, ούτινος αύτη θα απεξενούτο διά της αυστηράς τηρήσεως της ακριβείας» (Τρεμπέλας ενθ. ανωτ., σελ. 57).