ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Μαρτυρίες, αναμνήσεις από χρόνια ταραγμένα

Κύριε διευθυντά 
Στο φύλλο του Σαββάτου 30.1.21 της «Καθημερινής» δημοσιεύτηκε επιστολή του κ. Ιωάννη Μακρή στην οποία αναφέρεται ο Καπετάν Περικλής και το βιβλίο του «Ο δρόμος είναι άσωτος». 

Το ογκώδες αυτό βιβλίο (713 σελίδες) υπήρξε πολύ χρήσιμο στον γράφοντα για τη συγγραφή του δικού του «Τα ταραγμένα χρόνια 1940-1950 – εφηβικές μαρτυρίες και αναμνήσεις», 310 σελίδες. Το ίδιο χρήσιμα υπήρξαν και τα βιβλία του διατελέσαντος γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Γρηγόρη Φαράκου. Πρόκειται για βιβλία τα οποία χαρακτηρίζονται από μια αξιοσημείωτη αντικειμενικότητα, υπό την έννοια ότι, ενώ οι συγγραφείς υπήρξαν σημαίνοντες κομμουνιστές, δεν προσπάθησαν να αποκρύψουν ή να δικαιολογήσουν τα λάθη, τα εγκλήματα και τον τελικό στόχο για την κατάληψη της εξουσίας του ΚΚΕ. Να σημειωθεί ότι οι εν λόγω συγγραφείς ουδόλως αποστασιοποιήθηκαν από την κομμουνιστική ιδεολογία τους, στην οποία παρέμειναν πιστοί μέχρι το τέλος της ζωής τους, την οποία ολοκληρωτικά αφιέρωσαν στην κομμουνιστική υπόθεση. 

Ο Περικλής (κατά κόσμον Γιώργος Χουλιάρας) είχε μυηθεί στην κομμουνιστική ιδεολογία πριν από τον πόλεμο. Ηδη από το 1941 άρχισε να δραστηριοποιείται στη Λαμία, μαζί με τον Αρη Βελουχιώτη, αναδιοργανώνοντας τις διαλυθείσες από το καθεστώς Μεταξά οργανώσεις του κόμματος. Τον Σεπτέμβριο του 1942 έλαβαν οι δυο τους εντολή από την, υπό τον Γιώργο Σιάντο, ηγεσία του ΚΚΕ να οργανώσουν αντάρτικες ομάδες στη Ρούμελη. Οι ομάδες αυτές δεν άργησαν να εμπλακούν σε μάχες με τον ιταλικό στρατό κατοχής. Ηταν η εποχή που η δική μας μαθητική γενιά ήταν ακόμα υπό την επήρεια της μέθης του αθάνατου έπους του 1940. Ενιωθε δε πολύ οργισμένη και ταπεινωμένη να βλέπει τους ηττημένους Ιταλούς να το παίζουν υπερήφανοι κατακτητές. Προσδοκούσε ανυπόμονα να αρχίσει η ποθητή αντίσταση. Επόμενο λοιπόν ήταν να καταληφθεί από άκρατο ενθουσιασμό όταν άκουσε ότι κάπου υπήρχαν Ελληνες αντάρτες που πολεμούσαν τους Ιταλούς. Αρχισαν ήδη να κυκλοφορούν τα πρώτα αντάρτικα τραγούδια, τα οποία τραγουδούσαμε κρυφά στα διαλείμματα στο γυμνάσιο της ιταλοκρατούμενης Καρδίτσας. 

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1942 και ανυπομονούσαμε να ανεβούμε στα ορεινά χωριά μας με την ελπίδα να συναντήσουμε αντάρτες. Φθάνοντας, πέσαμε σε μια ομάδα ανταρτών η οποία, με αναπεπταμένη τη σημαία, περνούσε από την πλατεία τραγουδώντας το πρώτο αντάρτικο θούριο: «Ελληνες, ακολουθήστε των ανταρτών τη φωνή…» Ο ενθουσιασμός των δεκατετράχρονων που ήμασταν τότε ήταν απερίγραπτος. Ακούσαμε να λένε ότι οι αντάρτες αυτοί, υπό τον ταγματάρχη Κωστόπουλο, δεν ήταν υπό τον έλεγχο του ΚΚΕ, όπως εκείνοι του Αρη Βελουχιώτη. Διερωτήθηκα τότε: γιατί οι αντάρτες μας πρέπει να ελέγχονται από κάποιο κόμμα; 

Την επόμενη ημέρα έφθασε ο Αρης με τους δικούς του αντάρτες. Το ίδιο βράδυ φιλοξενήθηκε με το επιτελείο του στο σπίτι μας. Ο Αρης έπιασε κουβέντα, κοντά στο τζάκι, με τον πατέρα μου, την οποία παρακολούθησα με έντονο ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή, άκουσα κατάπληκτος τον Αρη να λέει: «Εμείς, συναγωνιστή Ζαχαρόπουλε, θα συγκρουστούμε μια μέρα με τους Αγγλους». 

Ομως, οι Αγγλοι, τότε, μαζί με τους Ρώσους και τους Αμερικανούς, ήταν σύμμαχοί μας και τους περιμέναμε να κάνουν απόβαση στην Ελλάδα για να μας απελευθερώσουν από τους μισητούς Γερμανοϊταλούς. Εκείνους, άλλωστε, υποτίθεται ότι είχε βγει να πολεμήσει και ο Αρης. 

Ηταν μια έμμεση προαναγγελία του τελικού στόχου του ΚΚΕ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και των εμφυλίων συγκρούσεων που μοιραία προέκυψαν και συγκλόνισαν τη χώρα μέχρι το τέλος της ταραγμένης δεκαετίας 1940-1950. 

Η μαθητική γενιά της ταραγμένης δεκαετίας φεύγει. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες αφήνουμε την ευχή στις επόμενες γενιές να μη βιώσουν όσα βιώσαμε εμείς. ΠΟΤΕ ΠΙΑ!