ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η γιαγιά μου κάτι ήξερε… πριν από τον Φλέμινγκ

Kύριε διευθυντά
Ενα από τα συνηθισμένα μας παιχνίδια ήταν ο πετροπόλεμος γειτονιών. Σε έναν από αυτούς τους πολέμους, ένα μεγαλούτσικο «λθαρ» (πέτρα) με πέτυχε στο κεφάλι και τα αίματα μου γέμισαν το κεφάλι, το πρόσωπο και τα χέρια. Τρέχοντας έφθασα σπίτι κλαίγοντας. Εκεί τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Μόλις με είδε η μάνα μου, με άρχισε στο ξύλο, παρά τις φωνές της γιαγιάς μου. Αφού έπεσε η απαιτούμενη δόση ξύλου, στη συνέχεια ασχολήθηκαν και με το κεφάλι μου. Το καθάρισαν με νερό και οινόπνευμα και μου το έδεσαν. Ενα παρόμοιο επεισόδιο συνέβη μια άλλη φορά: Πιο πάνω από το σπίτι μας ήταν το σπίτι ενός κυνηγού. Το πέρασμα μπρος απ’ αυτό το σπίτι ήταν δύσκολο έως και επικίνδυνο λόγω των σκύλων. Υστερα από «σύσκεψη» των μεγαλύτερων παιδιών «αποφασίσθηκε» ότι έπρεπε να «τιμωρηθούν» τα σκυλιά.

Μια ομάδα πέντε με δέκα παιδιών πήγαμε και κόψαμε κάτι ψηλά χόρτα που ο μίσχος τους ήταν σαν βέργα και ξεκινήσαμε να πάμε να δείρουμε τα σκυλιά. Οταν φτάσαμε έξω από το σπίτι τους, με εμφανείς πλέον τις προθέσεις μας, εμφανίσθηκε ο ιδιοκτήτης των σκύλων και χωρίς πολλή σκέψη εξεστόμισε μια λέξη: «πάρ’ τους». Τα σκυλιά όρμησαν εναντίον μας, εμείς το βάλαμε στα πόδια, αλλά δεν ήταν όλοι τυχεροί. Εγώ, ο πιο μικρός απ’ όλους, δεν στάθηκα καθόλου τυχερός. Αφού με πρόλαβε το ένα σκυλί και θέλησε να δοκιμάσει πόσο νόστιμο ήταν το κρέας της αριστερής μου γάμπας. Τότε επενέβη το αφεντικό του σκύλου και τον μάζεψε. Τρέχοντας, από πόνο και από φόβο, έφτασα στο σπίτι, όπου αφού προηγήθηκε το απαραίτητο «παιδαγωγικό» ξυλοφόρτωμα, έβαλε μπρος η γιαγιά μου τις προωθημένες «ιατρικές της γνώσεις». Εβαλε ένα τέντζερη με λάδι να ζεσταίνεται και ζήτησε να της φέρουν αμέσως μαλλί από το σκυλί. Οταν το λάδι έκαψε, έφτασε και το μαλλί από το σκυλί, με έβαλαν κάτω και η γιαγιά μου έριχνε με το μαλλί καυτό λάδι επάνω στην πληγή για κάμποση ώρα και εγώ δοκίμαζα τις δυνάμεις μου σαν μελλοντικός υψίφωνος της Λυρικής. Η πληγή έκλεισε, δεν έπαθα λύσσα και το τραύμα δεν φαίνεται καθόλου.

Μια άλλη φορά τα δύο αδέρφια μου και εγώ είχαμε ανέβει επάνω στην καρυδιά του κήπου μας και, αφού κόβαμε τους καρπούς, πετάγαμε ο ένας στον άλλο καρύδια. Προκειμένου να αποφύγω κάποιο κτύπημα, έγειρα απότομα, γλίστρησα και έπεσα κάτω. Γύρω από την καρυδιά φύτρωναν πολλές καγίλες (τσουκνίδες) και εγώ έπεσα μέσα στις καγίλες. Αμέσως ένιωσα μεγάλη φαγούρα και άρχισα να κλαίω. Μόλις με είδε η γιαγιά μου, και της είπα τι συνέβη, με έγδυσε αμέσως, γέμισε ένα καζάνι με ξίδι (πάντα υπήρχε μεγάλη ποσότητα από κρασί που είχε ξινίσει) και με έβαλε μέσα. Αυτό το μπάνιο στο ξίδι με ανακούφισε αρκετά. 

Και για να υποστηρίξω τις προηγμένες «ιατρικές» γνώσεις της γιαγιάς μου θα σας αναφέρω ότι, όταν η «ίγκλα» (που κρατά το σαμάρι) πλήγιαζε το μουλάρι στην κοιλιά, εκείνη έβαζε επάνω στην πληγή μια φέτα μουχλιασμένο ψωμί (πενικιλίνη), πολύ πριν από τον Αλεξάντερ Φλέμινγκ.