ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ένα αφήγημα για την τρίτη εκατονταετία: πρόταση οράματος

Αξιότιμε κ. Καθηγητά,

Αγαπητέ κ. Καλύβα,

Εμπνεόμενος από το άρθρο σας με τίτλο «Ένα αφήγημα για την τρίτη εκατονταετία» που δημοσιεύτηκε στην έκδοση της 21ης Φεβρουαρίου 2021 της εφημερίδας Καθημερινή, μπήκα στον πειρασμό, ακόμη και στο θράσος θα μπορούσε να πει κανείς, να προτείνω ένα όραμα για ένα εθνικό αφήγημα όπως ζητήσατε. Το όραμα αυτό βασίζεται σε προσωπική εμπειρία την οποία θα προσπαθήσω συνοπτικά να εξιστορήσω στη συνέχεια.

Έχοντας φοιτήσει σε κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ μετά τις τριτοβάθμιες σπουδές μας στην Ελλάδα, η σύζυγός μου και εγώ αποφασίσαμε και οι δύο από επιλογή και από κίνητρα καθαρά ιδεαλιστικά για να προσφέρουμε και να ζήσουμε στα πάτρια εδάφη, να επιστρέψουμε μετά από 10 έτη παραμονή για σπουδές, επιτυχημένη και υποσχόμενη επαγγελματική ενασχόληση στις ΗΠΑ, στη χώρα μας η οποία μας είχε δώσει τις βάσεις, παραστάσεις και αναφορές για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις ενός ιδιαίτερα ανταγωνιστικού περιβάλλοντος (εργαστήκαμε σε Stanford και Harvard) που όμως συνήθως επιβραβεύει την σκληρή εργασία, τα προσόντα, την προσπάθεια και τη δημιουργία. Επιστρέψαμε και οι δυο ανεξάρτητα (καθώς δεν γνωριζόμαστε στις ΗΠΑ) στην ατυχή, θα χαρακτήριζε κανείς από άποψη χρονικής συγκυρίας, χρονιά του 2008 καθώς λίγο μετά ξέσπασε η μεγάλη κρίση η οποία εξακολουθεί και ταλανίζει τη χώρα μας. Δεν ανήκουμε δηλαδή στην περίπτωση του brain drain (ας μου συγχωρεθεί ο προσφιλής αυτός χαρακτηρισμός στην αγγλική), παρά το γεγονός ότι ο πειρασμός να ξενιτευτούμε ξανά ήταν μεγάλος βλέποντας πολλούς φίλους μας με προσόντα και διακεκριμένες σπουδές να κάνουν αυτή την επιλογή στο διάστημα που μεσολάβησε έως σήμερα λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών και συρρικνούμενων επαγγελματικών ευκαιριών τις οποίες και οι ίδιοι βιώσαμε.

Λάβαμε, κυριολεκτικά στο παρά πέντε, την παραμονή του ολικού lockdown λόγω COVID19 που επιβλήθηκε τον Μάρτιο του 2019, την απόφαση να μεταβούμε με τα παιδιά μας (6 και 4 ετών) προσωρινά σε ένα ορεινό χωριό (1050 μ. υψόμετρο) των Βορείων Τζουμέρκων, στους Χουλιαράδες Ιωαννίνων, προκειμένου να μπορούμε να συνεχίσουμε την εξ’ αποστάσεως εργασία μας και να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία ερχόμενοι σε επαφή με την όμορφη ελληνική ύπαιθρο και φύση. Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού που λέει και το γνωστό  ρητό, η παραμονή μας διήρκησε 6 μήνες από τις μερικές εβδομάδες που είχαμε αρχικά προβλέψει.

Σημειωτέον, ότι το χωριό αυτό που κάποτε αποτελούσε κεφαλοχώρι της περιοχής, κατοικείται πλέον από 15-17 μόνιμους κατοίκους τη χειμερινή περίοδο. Ο φόβος μετάδοσης της πανδημίας στο αστικό περιβάλλον των Ιωαννίνων που είναι η κοντινότερη πόλη (περί τα 25-30 χλμ) αύξησε τον προσωρινό πληθυσμό σε μερικές δεκάδες περισσότερους κατοίκους τη συγκεκριμένη περίοδο οι οποίοι εντούτοις, λάμβαναν κάθε μέτρο προφύλαξης παραμένοντας ως επί το πλείστον στα σπίτια τους τηρώντας τα μέτρα προστασίας και αποφεύγοντας κάθε συνωστισμό κατεχόμενοι δικαιολογημένα και σωστά από την αβεβαιότητα και την επιφυλακτικότητα για την άγνωστη εξέλιξη του πρωτόγνωρου σε όλους μας αυτού φαινομένου.

Στο διάστημα αυτό πολλοί φίλοι, ακόμη και συγγενείς, εξέφραζαν την ανησυχία τους για την επίδραση που θα είχε η παρατεταμένη αυτή παραμονή μας έξω από τη γνώριμη “θαλπωρή” της μεγάλης πόλης, στις εργασιακές, μαθησιακές και κυρίως κοινωνικές σχέσεις κατά κύριο λόγο των παιδιών μας και εμάς δευτερευόντως.

Ο προβληματισμός τους ήταν εν μέρει δικαιολογημένος. Οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν πάντα εύκολες, παιδιά να παίξουν δεν υπήρχαν (αυτά ήρθαν αρκετά αργότερα όταν άρθηκαν κάποιοι περιορισμοί), άλλωστε και οι συνθήκες το απαγόρευαν, ο κοινωνικός περίγυρος ήταν αρκετά διαφορετικός από αυτόν στον οποίο είμαστε συνηθισμένοι στις πόλεις και οι υποδομές για δραστηριότητες, πέρα από αυτές που πρόσφερε η ίδια η φύση και του παραδοσιακού καφενείου, ουσιαστικά ανύπαρκτες. Ακόμη και τα είδη πρώτης ανάγκης (διατροφή, ένδυση, φάρμακα κλπ.) έπρεπε να τα προμηθευόμαστε από τα Ιωάννινα.

Και όμως! Όχι μόνο δεν μας έλειψε τίποτα αλλά αποκτήσαμε τόσο εμείς αλλά κυρίως τα παιδιά μας εμπειρίες ζωής και μάλιστα ιδιαίτερα θετικές. Τα παιδιά ήρθαν σε επαφή με ένα φυσικό περιβάλλον, άγριο κατά περιστάσεις όπως όταν διασταυρώσαμε αγριογούρουνα, αλεπούδες ή κάποια τσοπανόσκυλα, το οποίο ως επί το πλείστο είχαν συναντήσει μόνο μέσα από όμορφες και εξιδανικευμένες εικονογραφημένες σελίδες παιδικών βιβλίων. Η αντίληψή τους για τη δημιουργία της ζωής και του κύκλου της, φυτικής ή ζωικής, ανέβηκε σε άλλο επίπεδο που συνοδεύτηκε με αντίστοιχη όξυνση των αισθήσεών τους και της παρατηρητικότητάς τους για φαινόμενα τα οποία ποτέ δεν τους είχαν απασχολήσει στην πόλη, όπως για παράδειγμα το πως φυτεύεται και μεγαλώνει ένα κρεμμύδι, μια σαλάτα ή μια πατάτα που καταλήγουν στο πιάτο τους. Οι καθημερινοί περίπατοι και αναρριχήσεις στα διάφορα δύσβατα ορεινά μονοπάτια, όπου αυτά υπήρχαν, ή στη φυσική πλαγιά ενός λόφου είχε ευεργετικά αποτελέσματα στην αντοχή και σωματοδομή τους.

Το κυριότερο όμως ήταν οι πραγματικές σχέσεις κοινωνίας που απέκτησαν με τον τοπικό πληθυσμό, ο οποίος είχε δεκαετίες να δει παιδιά προσχολικής ηλικίας τέτοιες εποχές του χρόνου καθότι λόγω μετακίνησης του πληθυσμού στις πόλεις έχει κλείσει και το σχολείο που υπήρχε. Όταν δε κάποιοι περιορισμοί άρθηκαν και πλησίασε το καλοκαίρι, οι φιλίες που ανέπτυξαν και που καλλιέργησαν σε καθημερινή βάση και τα παιχνίδια που έκαναν με άλλα παιδιά διαφόρων ηλικιών που σιγά σιγά μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού ευεργέτησε τη σύναψη ουσιαστικών φιλικών σχέσεων και εξάλειψε πολλές από τις κακώς εννοούμενες αναστολές ή ντροπαλοσύνες που παρουσίαζαν στην πόλη. Εμείς οι ίδιοι δεν μείναμε ανεπηρέαστοι από αυτές τις σχέσεις κοινωνίας με τον τοπικό πληθυσμό και ακόμη αναπολούμε με νοσταλγία αυτή τη φρεσκάδα της καθημερινής επικοινωνίας και ουσιαστικής επαφής με τους κατοίκους από την οποία ευεργετηθήκαμε και διδαχτήκαμε πολλά σε αντιπαραβολή με τον συνήθη εγκλεισμό στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών μας μετά από μια κουραστική μέρα εργασίας. Η καθημερινή εκτόνωση, κοινωνική επαφή και αποσυμπίεση αυτή επίδρασε ευεργετικά τόσο στην ψυχολογία μας όσο και στην αποδοτικότητά μας στην εργασία. Να σημειώσω εδώ ότι σε όλη αυτή την περίοδο δε σημειώθηκε στο χωριό ούτε ένα κρούσμα κορωνοϊού!

Λίγο εξιδανικευμένα τα περιγράφεις, μπορεί να παρατηρήσει κανείς. Προβλήματα δεν υπήρχαν; Πως! Η εργασία και η τηλεκπαίδευση από απόσταση δεν ήταν πάντα εύκολη βασιζόμενοι στην ασύρματη σύνδεση που είχαμε μέσω των περιορισμένων megabytes των κινητών τηλεφώνων μας, ιδιαίτερα στις πολύωρες τηλεδιασκέψεις που απαιτούνταν. Ο ανεφοδιασμός των βασικών αναγκών και προμηθειών επίσης απαιτούσε πολύωρη μετακίνηση και καλό προγραμματισμό. Μα καλά, δεν βαρεθήκατε έχοντας μόνο για παρέα πέρα από τους λιγοστούς κατοίκους, τα έλατα, τους κέδρους, κότες και πρόβατα τριγύρω σας, εύλογα θα ρωτήσει κάποιος. Θα έλεγα ότι όχι για το εξάμηνο που μείναμε καθότι ήταν καινούριες εμπειρίες αλλά η έλλειψη υποδομών και άλλων δραστηριοτήτων (π.χ. μουσικοδιδασκαλείων, θεάτρων, αθλητικών υποδομών, χώροι πολιτιστικών εκδηλώσεων, σταθερής υγειονομικής περίθαλψης, κ.α.) χώρια το θέμα του σχολείου που δεν λειτουργεί λόγω απουσίας παιδιών, θα αποτελούσε σίγουρα ανασταλτικό αν όχι απαγορευτικό παράγοντα για μια οικογένεια με ή χωρίς παιδιά να μετακομίσει μόνιμα σε ένα τέτοιο μέρος, όση φυσική ομορφιά και αν διαθέτει.   

Επομένως, ουσιαστικά θέλετε να μεταμορφώσετε ένα χωριό σε πόλη, θα κατέληγε κανείς από μια γρήγορη επιφανειακή ανάγνωση. Απεναντίας! Είναι εγκληματικό, αντιλαμβάνομαι τη βαρύτητα της λέξης, να αφήνονται στην παρακμή τους και στην ερημοποίησή τους τόποι που βρίθουν από ιστορία και από τους οποίους πολλοί από εμάς ή τους κοντινούς προγόνους μας αντλούν τη καταγωγή τους. Τόποι που παρά τις δύσκολες και αντίξοες συνθήκες των παρελθόντων καιρών των παππούδων και των γονιών μας παρήγαγαν και ανέδειξαν πλήθος ανθρώπων πνευματικών, των γραμμάτων και των τεχνών, επιτυχημένων εμπόρων και ευεργετών αλλά και ανθρώπων ασχολούμενων στην πρωτογενή παραγωγή που διαθέτουν σε πολλές περιπτώσεις δύναμη χαρακτήρα, επινοητικότητα και οξυδέρκεια που τους έχουν προσδώσει οι συνθήκες διαβίωσης.

Και είναι εγκληματικό, το επαναλαμβάνω, να συμβαίνει αυτό στις σημερινές συνθήκες στις οποίες η τεχνολογική πρόοδος, η πρόσβαση και οι εξελίξεις στην επικοινωνία, στις μεταφορές και στην κινητικότητα παντός είδους, καθώς και η ευελιξία στην εργασία προσφέρουν αδιανόητες προ μερικών δεκαετιών δυνατότητες οι οποίες μπορούν να επιληφθούν των προαναφερθέντων ελλείψεων και να ξαναζωντανέψουν την ελληνική ύπαιθρο με φωνές νέων ανθρώπων και παιδιών με όραμα και θέληση για δημιουργία. Μπορεί κάλλιστα αυτό να συμβεί σεβόμενοι το μοναδικού κάλλους φυσικό περιβάλλον, τη γραφικότητα και την αρχιτεκτονική των οικισμών αυτών και την αειφορία των διαθέσιμων πόρων χωρίς να μετατραπούν τα χωριά σε πόλεις, απλά να ξαναζωντανέψουν με τις κατάλληλες και απαραίτητες υποδομές και κίνητρα.

Ορίστε λοιπόν το όραμα/αφήγημα που αναζητείτε: αναστήστε την ελληνική ύπαιθρο, αντί αυτή να ξεπουλιέται όσο όσο σε ανθρώπους ή επιχειρήσεις που δεν έχουν κανένα δεσμό ή δέσιμο με αυτή και που συχνά αποσκοπούν αποκλειστικά και μόνο στο κέρδος αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις με τις οποίες αυτό έρχεται για τις τοπικές κοινωνίες, το περιβάλλον και την ιστορική συνέχεια του τόπου, προσφέροντας τα κίνητρα και τις ευκαιρίες στο γηγενή πληθυσμό να αξιοποιήσει για το σκοπό αυτό αλλά και για την ευημερία του τις δυνατότητες που προσφέρουν η αλματώδης πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας. Το brain gain σε αυτή την περίπτωση και η δημιουργία τοπικών κέντρων αριστείας θα είναι επίσης δεδομένα και φυσικά επακόλουθα.

Είναι πεποίθησή μου πλέον ότι μια χώρα που δεν διαθέτει ενεργή και βιώσιμη ύπαιθρο ή που αυτή ψυχορραγεί, εν τέλει χάνει τις ρίζες, τις μνήμες και την ψυχή της.