ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η γηραιά Αικατερίνη, μια «άλλη» 25η Μαρτίου

Κύριε διευθυντά
Κάθε χρόνο και χειρότερα, είναι κάποιες δεκαετίες τώρα που καταγράφεται μια όλο και περισσότερο υποτονική έως και απαξιωτική αδιαφορία για τους εορτασμούς των εθνικών μας εορτών. Αυτό, ακόμα και φέτος – έτος εορτασμού των 200 χρόνων από το ’21. Τι απέγινε το σφρίγος και το ρίγος της καθολικής συμμετοχής στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου άλλων εποχών; Οπως, καλή ώρα, στον εορτασμό μιας 25ης Μαρτίου, περίπου επτά δεκαετίες πριν. Ας μου επιτραπεί η παρακάτω διήγηση, κυρίως για το άρωμα και το ήθος της εποχής που αναδίδει.

Η σκηνή από επίσκεψή μου, πριν από λίγα χρόνια, στο γενέθλιο χωριό. Στο τέλος του εκκλησιασμού, την ώρα του αντίδωρου, πλησιάζω την Αικατερίνη, γηραιά συγχωριανή, για να υποβάλω τα σέβη μου και να αναθυμηθώ μαζί της κάτι από τα παλιά που μας συνέδεαν. Αφού χορτάσαμε ο ένας τον άλλον και την αποχαιρετούσα, με κράτησε. Μη φεύγεις, είπε, έχω να σου θυμίσω κάτι. Τι μου θύμισε; Με δικά μου λόγια:

Ηταν η εποχή, που με την πληθώρα των παιδιών στα χωριά και τις ειδικές κοινωνικές και εθνικές συνθήκες, ανθούσαν οι σχολικές παραστάσεις κατά τις εθνικές εορτές. Πυρήνας αυτών των παραστάσεων, τα ποιήματα. Ομως, πολλά τα παιδιά, λιγοστά τα ποιήματα. Με τα ίδια ποιήματα, εναλλάσσοντάς τα, τη «βγάζαμε» κάθε χρόνο. 

Εμείς, άρχισε τη διήγησή της η Αικατερίνη, είχαμε στο σπίτι μας μια συλλογή πατριωτικών ποιημάτων. Ηρθες λοιπόν, συνέχισε, και ζήτησες το βιβλίο για να βρεις σ’ αυτό κάποιο ποίημα, για την εορτή της 25ης Μαρτίου που πλησίαζε.

Ομως, το βιβλίο δεν γινόταν να βγει από το σπίτι, μήπως και χαθεί! Επρεπε να αποστηθίσω το ποίημα επί τόπου. Πράγμα που έκανες, θυμόταν η Αικατερίνη, μέσα σε λίγη ώρα. Κι αυτό, παρά τη θορυβώδη ομήγυρη των μελών της οικογένειας στον ίδιο χώρο. 

Εντυπωσιασμένη από το επίτευγμά μου, εκείνη η ομήγυρη θα ήταν και το ακροατήριο, από το οποίο θα αποσπούσα το πρώτο χειροκρότημα, έπειτα από επιτόπια, ιδιωτική απαγγελία. Αυτά, επτά δεκαετίες πίσω. Η Αικατερίνη θυμόταν ακόμα και ποιο ήταν το ποίημα. Ηταν το κλέφτικο «Βαρέθηκα μανούλα μου τους Τούρκους να δουλεύω».

Ολα αυτά, συγκινητικά το δίχως άλλο, που τόσο κρυστάλλινα θυμόταν η Αικατερίνη, εμένα δεν μου θύμιζαν τίποτα. Ενιωσα πολύ άσχημα, κάποιος άλλος να θυμόταν κάτι που με αφορούσε απολύτως –και μάλιστα τέτοιας φύσεως– και εγώ να το έχω διαγράψει από τη μνήμη μου. 

Χαιρέτησα την Αικατερίνη με σκυμμένο το κεφάλι και απομακρύνθηκα: Δαρμένος και ευχαριστημένος.