ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Περί νεών και… άλλων παραγώγων

Κύριε διευθυντά
Εξαιρετικά ενδιαφέρον το κείμενο του επιστολογράφου σας Ματθαίου Δημητρίου («Η Καθημερινή», 20/3/21), σχετικό με την παράθεση δεκάδων λέξεων προερχομένων από το ευρύτερο φάσμα της ελληνικής γραμματείας, ορολογία που χρησιμοποιεί το Πολεμικό Ναυτικό, και διατηρείται αυτούσια και στον νεοελληνικό λόγο. Μια γλωσσολογική διερεύνηση στο ελληνικό λεξιλόγιο, από την ομηρική εποχή, που προωθεί την επιστημονική παράδοση της γλώσσας μας, η χρήση της οποίας, τον τελευταίο καιρό, κακοποιείται βάναυσα από τα ΜΜΕ.

Συμπληρωματικά, στον εντυπωσιακό αυτό κατάλογο και με βάση τα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας (Σταματάκου, Δημητράκου, Μπαμπινιώτη, Χαραλαμπάκη, Τριανταφυλλίδη) θα ήθελα να προσθέσω μερικές ακόμη λέξεις παράγωγες από την πανάρχαια λέξη ναυς (η), ανώμαλο ουσιαστικό, της νεώς, τη νηί, την ναύν, αι νήες, των νεών, ταις ναυσί, τας ναύς. Η λέξη αρχαιοπινής, δεν είναι σήμερα εύχρηστη, πλην, όμως, καθώς αναφέρει και ο κ. Δημητρίου, παράγωγες λέξεις χρησιμοποιούνται στη νεοελληνική γλώσσα. Ετσι, από το θέμα να- παράγονται οι λέξεις: ναυβάτης, ναυκράτης, ναυσίπορος, ναύσταθμος, ναύστολος, ναύλος (=μίσθωμα), ναύλωση, ναυλώσιμος, ναυλωτής, ναυστολώ (=μεταφέρω διά θαλάσσης), ναυτολογώ, ναυσιπλοΐα, ναυσικλει(υ)τός (=περίφημος για τα πλοία), αλλά και τα κύρια ονόματα: Ναύπλιος, ο, Ναύπακτος, Ναύκρατις (=πόλη της Αιγύπτου), Ναυσίθοος (=γιος του Ποσειδώνα), Ναυκύδης (γλύπτης). Από το θέμα νε-: νεωλκώ = σύρω πλοίο, νεωλκός, νεώλκηση, νεώριον = ναύσταθμος, νεώσοικος, νεωδόχος = δεξαμενή λυμάτων, νεωποιός = ναυπηγός, νεωρός = επιστάτης πλοίων. Από το θέμα νη-: νηολογώ = εγγράφω πλοίο σε δημόσιο βιβλίο, νηολόγηση, νηολόγιο, νηοψία, νηοπομπή, νηούχος = κυβερνήτης πλοίου, νηογνώμων = πίνακας πληροφοριών, νηοφόρος = φέρων ναύν.