ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Εσείς για ποιο λόγο έχετε απαυδήσει;

Κύριε διευθυντά
Από τα ΜΜΕ ακούγεται συχνά η εσφαλμένη έκφραση έχω απηυδήσει, αντί της σωστής έχω απαυδήσει (δεν διατηρείται η αύξηση) = έχω κουραστεί ψυχικά, έχω εξαντλήσει κάθε όριο υπομονής. Το λόγιο ρήμα, σύμφωνα με τα επίσημα λεξικά, είναι απαυδώ, που σημαίνει στην αρχαία ελληνική γλώσσα απαγορεύω, π.χ. τον άνδρα απαυδώ τούτον… μητ’ εσδέχεσθαι μήτε προσφωνείν τινά… Σοφ. Οιδ. Τύρ. 236, 238 (Τον άνδρα αυτόν απαγορεύω… να μην τον δέχεται κανένας σπίτι του μήτε να του μιλάει), ενώ στον νεοελληνικό λόγο = κουράζομαι, αποκάμνω, καταβάλλομαι, εξαντλούμαι (απαυδισμός, απαύδησις, απαυδητικός). Το ρήμα είναι σύνθετο: πρόθεση από + αυδώ, ηύδων, αυδήσω, ηύδησα, = λέγω<αυδή = φωνή, ομιλία, αυδήεις-εσσα-εν = με ανθρώπινη φωνή – μένω άναυδος = άφωνος – Πρβλ. τον στίχο της Ιλιάδας, για τον Νέστορα, τον γλυκομίλητο αγορητή της Πύλου: «του και από γλώσσης μέλιτος γλυκίων ρέεν αυδή», Α 249 (από τη γλώσσα του έβγαινε η ομιλία πιο γλυκιά και από το μέλι).

Το ρήμα απαυδώ είναι εύχρηστο στη νεοελληνική γλώσσα: έχω απαυδήσει να σε περιμένω, απηύδησα με τις ψεύτικες υποσχέσεις σου και δικαιολογίες. Πρβλ. αγανακτώ, δεινοπαθώ και  με ξενικές λέξεις, πολιτογραφημένες στην ελληνική: μπαϊλντίζω, μπουχτίζω, μπαφιάζω. (Βλ. Λεξικό της Ακαδημίας, Χριστόφ. Χαραλαμπάκη).