ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η Επανάσταση του ’21 και ο «πολύς λαός»

Κύριε διευθυντά 
«Πώς να κατηγοριοποιήσουμε τα ιστορικά γεγονότα;» διερωτάται ο συνεργάτης της «Καθημερινής» (Κυριακή, 18 Απριλίου 2021) Πάσχος Μανδραβέλης. «Ο μόνος ασφαλής τρόπος», γράφει, «είναι να ξεχάσουμε τις αποχρώσες συνιστώσες και να επικεντρωθούμε στη συνισταμένη. Αυτή που προκύπτει από τα κείμενα και το πολιτικό κλίμα της εποχής. Από τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας, τα Συντάγματα κ.ά.». Θα ήθελα να θυμίσω στον συνεργάτη σας τον προβληματισμό ενός παλαιοτέρου διευθυντού της «Καθημερινής», του αειμνήστου Αντώνη Καρκαγιάννη: Τι μπορεί να περίμενε από την Επανάσταση ο πολύς λαός; Τα «κείμενα και το πολιτικό κλίμα της εποχής» απηχούν μόνο τις απόψεις των γραμματισμένων. Αυτοί, τα χρόνια της Επαναστάσεως, ήταν απειροελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού.

Κατά τη γνώμη μου, ο πολύς λαός απέβλεψε, με την Επανάσταση, να αρπάξει τα (νομιζόμενα) εύφορα κτήματα των Τούρκων αγάδων, που, μάλιστα, και αυτοί κατά παραχώρησιν του κράτους τα καρπώνονταν, ως αμοιβή για τους πολεμικούς άθλους των προγόνων τους ή και των ιδίων. Δεν μπορούσαν οι αγάδες να τα υποθηκεύσουν ή να τα πωλήσουν. Τα κτήματα ανήκαν κατά ψιλή κυριότητα (όπως θα λέγαμε σήμερα) στο κράτος, στον σουλτάνο, στους αγάδες μόνον η επικαρπία. Και μύρια όσα προβλήματα ανέκυψαν όταν το ευρωπαϊκό δίκαιο της ιδιοκτησίας αντικατέστησε το οθωμανικό-φεουδαρχικό, όπως το πρόβλημα, στην Ελλάδα, της κτηματικής περιουσίας των ιερών μονών. Η μετάβαση στο ευρωπαϊκό δίκαιο ήταν μια τεραστία αυτόματος μεταφορά οικονομικών πόρων προς τους επικαρπωτές της γης. Η επικαρπία έγινε, με νόμο, πλήρης κυριότης!

Οι επαναστατημένοι Ελληνες, λοιπόν, ονειρεύονταν να μην κουράζονται για να καλλιεργούν τα κτήματα αυτά, αλλά να τα εκμισθώσουν σε άλλους (ποιους άραγε;) ώστε να γίνουν αυτοί αγάδες στη θέση των αγάδων. Οταν διαπίστωσαν ότι, χωρίς δουλειά, τα κτήματα ήταν και χωρίς αξία, πέραν της παραγωγής για αυτοκατανάλωση, αδιαφόρησαν γι’ αυτά. Για δεκαετίες ολόκληρες, το κράτος προσπαθούσε να μεταβιβάσει τα κτήματα των αγάδων σε καλλιεργητές και αυτά έμεναν στα αζήτητα. Και μόνο το 1871, όταν η σταφίδα είχε πλέον γίνει προϊόν εξαγωγικό, ενδιαφέρθηκαν οι Ελληνες να αποκτήσουν τίτλους ιδιοκτησίας για τη γη. Και πάλι καλά που η δυναμική αντίδραση των χωρικών, όπως την περιέγραψε ο Παύλος Καλλιγάς στην πικρή του σάτιρα «Θάνος Βλέκας», απέτρεψε την υποδούλωσή τους, αυτήν τη φορά σε χριστιανούς αγάδες. Ο κάθε επίδοξος κυρίαρχος, αφού δεν κατάφερε να εξασφαλίσει προσόδους από τη γαιοκτησία, κατέστησε φέουδό του μια γωνιά του κρατικού μηχανισμού και κατόρθωσε να τρέφει από αυτό τον εαυτό του, αλλά και «να απλώνει πλέον την προστατευτικήν αιγίδα του» και να σώζει «από τον νευροκαταλύτη κάματο τους πιστούς του τεμπελχανάδες», που τον τιμούσαν με την ψήφο τους βέβαια, όπως γράφει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στον «Ζητιάνο», την άλλη θεμελιακή σάτιρα για τη νεωτέρα Ελλάδα.

Οπως, πιστεύω, δείχνει η ιστορία των 200 χρόνων από την Επανάσταση, παραμείναμε, με ελευθέρα επιλογή μας, μια προνεωτερικώς αρπακτική κοινωνία, με πραγματικό της πολίτευμα τη δικτατορία του ΠΕΛΑταριάτου, ανεξάρτητα με το τι γράφουμε κατά καιρούς στα Συντάγματά μας για να αυταπατώμεθα και να εξαπατούμε και τους κουτόφραγκους. Δυσάρεστη διάγνωση; Ναι. Αρκετή για να αλλάξουμε; Οχι!

ΥΓ.: Για να κατανοήσει κανείς στην πραγματική αξία της την αρχαΐζουσα γλώσσα του Καλλιγά στον «Θάνο Βλέκα» (από το «βλάκα» άραγε;), χρειάζεται να έχει δίπλα του λεξικό με το πλήρες λεξιλόγιο του Αριστοφάνη! Απολυμένος από το Δημόσιο ο Καλλιγάς, φαίνεται (ξανα)διάβασε τον Αριστοφάνη πριν γράψει. Και ο Καρκαβίτσας, γιατρός στην ορεινή Αμπλιανη, δεν έβγαζε από τη δουλειά του ούτε καν τα έξοδά του όταν έγραψε τον «Ζητιάνο».