ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Αγνωστοι» ήρωες του ’21 και ο Φωτάκος

Κύριε διευθυντά 
Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, ο Φωτάκος, απομνημονευματογράφος και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, μας δίνει στις σελίδες του στοιχεία από τα οποία παίρνουμε μια ιδέα για τον «πολύ λαό» του Εικοσιένα και για το πώς… απέβλεψε με την Επανάσταση να αρπάξει τα εύφορα κτήματα των Τούρκων αγάδων και, επίσης, ονειρεύονταν (οι εκ του λαού προερχόμενοι επαναστατημένοι Ελληνες) να μην κουράζονται για να καλλιεργούν αυτά τα κτήματα, αλλά να τα εκμισθώνουν σε άλλους, ώστε να γίνουν αυτοί αγάδες στη θέση των αγάδων. Αυτή την εκδοχή/περιγραφή διάβασα στην «Κ» (24/4/2021, επιστολή αναγνώστου) και θαύμασα την ακρίβεια των αναφορών στον Καλλιγά και στον Καρκαβίτσα, στους οποίους θα μπορούσε να προστεθεί και ο Ροΐδης. [Ο ορισμός του για το (ελληνικό) Κόμμα («Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν’ αναγιγνώσκωσι και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι) έχει γίνει κλασικός, συνηγορεί δε υπέρ της έκφρασης «Δικτατορία του ΠΕΛΑταριάτου», που χρησιμοποιεί ο επιστολογράφος σας].

Στο σύνολό της όμως η εν λόγω εκδοχή είναι άδικη για τον πληθυσμό της ελληνικής υπαίθρου που τράβηξε τα πάνδεινα, που άντεξε και βγήκε καταπληγωμένος αλλά ζωντανός από την Επανάσταση και που αποτέλεσε την ανθρώπινη βάση από την οποία βγήκαν οι παππούδες και οι πατεράδες μας, βγήκαν οι Ελληνες που διπλασίασαν την Ελλάδα, βγήκαν οι Ελληνες του Σαράντα και του Ρούπελ και της Εθνικής Αντίστασης, «βγήκαμ’ εμείς, ελληνικός καινούριος κόσμος», όπως ίσως θα έλεγε ξανά ο ποιητής, βλέποντας τη σημερινή Ελλάδα – όχι τέλεια, όχι αυτό που κανείς οραματίζεται, όμως «υπείροχον πολλών άλλων».

Ενα μικρό δείγμα μιας άλλης, μιας διαφορετικής εκδοχής για τον «πολύ λαό» του Εικοσιένα μας δίνει η άγνωστη «Μάχη εν Γκιόζα». Κάπου γράφει γι’ αυτήν ο Φωτάκος. Τα λεξικά αγνοούν το τοπωνύμιο. Ούτε ξέρουν το ονοματεπώνυμο Δημήτριος Τσεμπετσής. Ηταν από τους «μικρούς» ηγέτες, οι οποίοι αναδείχθηκαν μεγάλοι στις δύσκολες ώρες. Ο Φωτάκος μας λέει πως ο Ιμπραήμ, ξεκινώντας για το ξεκαθάρισμα της περιοχής, είχε πάνω από 12.000 τακτικούς και άτακτους, πεζούρα και καβαλαρία. «Οι δε κάτοικοι του Γκιόζα δεν ήσαν περισσότεροι των τριάκοντα ωπλισμένοι διά πόλεμον». Ο Τσεμπετσής ήταν επικεφαλής και έδωσε εντολή να ανεβούν τα παιδιά, οι γυναίκες και οι γέροντες «εις την κορυφήν του βουνού Κορύταις», που «έχει βραχώδη την κορυφήν και σπήλαιον απρόσιτον». Από το βράδυ άρχισαν κι ολονυχτίς «εκουβάλησαν τα παιδιά των, τα κινητά πράγματα και τα κτήνη των (…) Αφού δε ανέβησαν επάνω στο βουνόν οι Ελληνες, οι μεν απόλεμοι άνδρες, αι γυναίκες και αυτά τα παιδία, όσα εδύναντο, μεταφέροντες πέτρας μεγάλας έκαμαν πολλούς και μεγάλους σωρούς, διά να τας έχουν ετοίμους». Πάνω από 800 άνθρωποι, άμαχος πληθυσμός, ήταν μαζεμένοι σ’ εκείνη τη σπηλιά την απόκρημνη, περικυκλωμένοι από τις χιλιάδες του Ιμπραήμ. Την άλλη μέρα, οι προφυλακές του μπήκαν στο Γκιόζα και προχώρησαν κατά πάνω αλλά αποκρούστηκαν από τους 30 ένοπλους του Τσεμπετσή. Θύμωσε ο Ιμπραήμ, για την αντίσταση και την αποτυχία του. Εκανε ανασύνταξη, τους έβαλε σε σειρές από 50 άντρες, σ’ όλο το μέτωπο της σπηλιάς και διέταξε όλοι μαζί, όρθιοι, να ορμήσουν. Ο Τσεμπετσής τους άφησε ατουφέκιστους και την κατάλληλη στιγμή φώναξε να κυλήσουν τις πέτρες. Οι πέτρες («εφάνη ότι όλος ο βράχος εξερριζώθη και εκυλίετο») πήραν κατακέφαλα τους Τούρκους, «τους ετσάκισαν τα πόδια» και «εδόθησαν εις άτακτον φυγήν».

Ισως ταιριάζει, σ’ αυτά τα παιδιά και τις γυναίκες και τους γέροντες που με τις πέτρες πολέμησαν τον Ιμπραήμ, να μη ρίχνουμε τον «λίθον ιστορικού αναθέματος».