ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Εσπευσμένα μαθήματα γεωγραφίας 

Κύριε διευθυντά 
Την πρώτη ημέρα στο πανεπιστήμιο, στο μακρινό Σίδνεϊ της Αυστραλίας, ο διπλανός μου με ρώτησε από πού είμαι και όταν του απάντησα από τα Μέγαρα Αττικής, αναφώνησε ότι γνωρίζει την πόλη και άρχισε να μου διηγείται την ιστορία του Μεγαρικού Ψηφίσματος, μιας και ήταν μέρος της ύλης για τις εισαγωγικές του εξετάσεις. Σίγουρα Κορίνθιοι και Μεγαρείς ήσαν σύμμαχοι των Σπαρτιατών, αλλά τα Μέγαρα ανήκουν στην Αττική όπως και τα Γεράνεια Ορη που κάηκαν, στο Δήμο Μεγαρέων. Σίγουρα ο συμφοιτητής μου από τη μακρινή Αυστραλία το γνωρίζει. Οι Ελληνες δημοσιογράφοι πάλι –που έτσι κι αλλιώς δεν φημίζονται για την εγκυκλοπαιδική τους μόρφωση– είδαν φωτιά μόνο στον Σχίνο Κορινθίας, και το Αλεποχώρι και οι λοιπές περιοχές ωσάν να μην ανήκουν στον Δήμο Μεγαρέων.

Και κάπως έτσι, μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές της χώρας περνάει στο συνειδητό και ασυνείδητο των πολιτών ως μια φωτιά σε έναν οικισμό κάπου στην Κορινθία. Και κάπως έτσι βρίσκεται η Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις ως προς την ελευθερία του Τύπου. Διότι αν και ευρισκόμενη στο εξωτερικό επικοινώνησα με όλα τα συστημικά ΜΜΕ για να επισημάνω ότι η φωτιά μαίνεται λίγο έξω από την πόλη των Μεγάρων και ότι περιουσίες αιώνων έγιναν στάχτη. Σιωπή από την άλλη μεριά του ακουστικού, κλείσιμο του τηλεφώνου ή ειρωνικό γέλιο.

Η πόλη μου καταστράφηκε. Δεν έχει σημασία αν το έμαθαν ένας ή πολλοί. «Μα δεν θρηνήσαμε θύματα». Πόσο κοντόφθαλμοι όλοι. Πριν δαφνοστεφανώσουν την κυβέρνηση και τον Χαρδαλιά για το ότι «μόνο μερικές αγροικίες κάηκαν», ας μάθουν κάποιοι –έστω κι από εδώ– ότι σε μια περιοχή που τροφοδοτεί με αγροτικά προϊόντα όλη την Ελλάδα, 50.000 κάτοικοι έχασαν το βιος τους και μαζί τα Γεράνεια Ορη που τους προστάτευαν από τις βροχές, που τους δρόσιζαν από τους καύσωνες, που τους μαλάκωναν το βλέμμα από το τσιμέντο και τον καπνό των πέλετ που καίγονται κάθε χειμώνα για θέρμανση –ενώ η πράσινη ανάπτυξη έρχεται–, που φιλοξενούσαν τις αλεπουδίτσες τις οποίες από παιδιά συναντούσαν τα βράδια του θέρους να σκαλίζουν τα σκουπίδια που κανείς δεν φρόντιζε ποτέ να μαζεύει.

Και ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη μιλάει για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 55% έως το 2030 και για κανονισμούς προστασίας της βιοποικιλότητας και αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος, στην Ελλάδα καίμε τα δάση μας για εξορύξεις και ανεμογεννήτριες. Γι’ αυτό έφυγα από τη χώρα μου και αν είναι να γυρίσω, δεν θα το κάνω για τις φοροελαφρύνσεις, κύριε πρωθυπουργέ, αλλά γιατί κάτι θα έχει αλλάξει στον τρόπο σκέψης και δράσης του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους οποίους λυμαίνονται σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες.

«Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν». Ισως όμως να ήρθε η στιγμή να πέσω στη φωτιά και δεν θα είναι για έναν υψηλό μισθό, κύριε πρωθυπουργέ, αλλά για να ξαναδώ τα πευκόφυτα όρη των παιδικών μου χρόνων και τον κάμπο των προγόνων μου να γεννιούνται μέσα από μια πραγματική πράσινη ανάπτυξη και όχι λαμαρίνες και βωξίτες πάνω στη σποδό δέντρων, ζώων και ιδρώτα γενεών.