ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οι ηλικιωμένοι, τα ΑΤΜ, οι κάρτες

Κύριε διευθυντά
Η παρούσα επιστολή μου έχει δύο σκέλη: 
Το πρώτο αφορά την επιστολή του κ. Τάσου Αρνιακού (υποθέτω ότι πρόκειται για τον συμπαθέστατο και γνωστό στο πανελλήνιο μετεωρολόγο) που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της «Κ» της 18/5/21 με τίτλο «Δεν έχω και δεν θέλω να έχω κάρτα, κυρία μου».

Συντάσσομαι απολύτως με το «δεν θέλω…» του κ. Αρνιακού και προσθέτω και το δικό μου «δεν μπορώ» να έχω κάρτα αναλήψεως μετρητών και τούτο διότι, άγων το 86ο έτος (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη φυσική μου κατάσταση), αρκετές φορές δυσκολεύομαι να διακρίνω στον πίνακα του μηχανήματος π.χ. το 3 από το 8 ή το 5 από το 6 κ.ο.κ., αλλά και να απομνημονεύω, χωρίς λάθος, τον κωδικό της κάρτας (PIN).

Είναι προφανές ότι οι τράπεζες, αφού εξασφάλισαν την υποχρεωτική κατάθεση σε αυτές της μισθοδοσίας, συντάξεως και διαφόρων άλλων παροχών και υποχρεώσεων (ουσιαστικά ατόκως), τώρα προσπαθούν να περιορίσουν τα λειτουργικά τους έξοδα με περιορισμό, σε μεγάλο βαθμό, της φυσικής παρουσίας του πελάτου στο γκισέ.

Επέβαλαν δε και πληρωμή προμήθειας για ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ άλλης τράπεζας, φροντίζοντας παράλληλα να μην υπάρχουν ΑΤΜ δύο ή περισσοτέρων τραπεζών σε μικρή απόσταση ή στην ίδια οικιστική περιοχή, ώστε η προσφυγή σε ΑΤΜ άλλης τράπεζας να είναι σχεδόν υποχρεωτική.

Βεβαίως, για όλα αυτά υπάρχουν κρατικές δομές και εποπτεύουσες αρχές, οι οποίες θα μπορούσαν να επιβάλουν σχετικούς περιορισμούς και απαγορεύσεις, κάτι, όμως, που δεν βλέπουμε να γίνεται. Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η Ελλάδα, όπως είπε κάποτε και πρώην πρωθυπουργός.

Το δεύτερο σκέλος της παρούσης αφορά τη σύντομη είδηση που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της «Κ» της 20/5/21, σελ. 10, με τίτλο «Αποζημίωση για ένα κερί». Εχω τη γνώμη ότι η «Κ» δεν έχει ανάγκη από τέτοια δημοσιεύματα και οι αναγνώστες της δεν θα έχαναν τίποτε εάν δεν ελάμβαναν γνώση της «ειδήσεως» αυτής.