ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ναι μεν, αλλά για το «νέο ΕΣΥ»

Κύριε διευθυντά
Από τις ειδήσεις των τελευταίων ημερών τις σχετιζόμενες με την υγεία του πληθυσμού, δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες. Πρώτη, η εξαγγελία για αναδιοργάνωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ). Κατά τον σχολιασμό του κ. Γ. Χρούσου, που δημοσιεύθηκε στην «Κ» της 6ης Ιουνίου, «οι προτεινόμενες οργανωτικές αλλαγές, που συνίστανται στην ανάπτυξη αυτόνομων τμημάτων επειγόντων περιστατικών… στη διαβάθμιση των νοσοκομείων σε μεγάλα “κομβικά” και μικρότερα διασυνδεδεμένα…, και στη δημιουργία μετανοσοκομειακής φροντίδας…, θα είναι τα τρία βασικά, ολοκληρωμένα συστατικά του νέου ΕΣΥ». Η δεύτερη είδηση είναι ότι η θνητότητα των ασθενών με COVID-19, που νοσηλεύτηκαν στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου μιας μεσαίου μεγέθους επαρχιακής πόλης, ήταν 100%, δηλαδή η χειρίστη δυνατή. Η είδηση υποδηλώνει ότι στο συγκεκριμένο νοσοκομείο χάθηκαν ανθρώπινες ζωές, που θα μπορούσαν ίσως να σωθούν αν οι γιατροί είχαν καλύτερη εκπαίδευση. Για την οποία εκπαίδευση φαίνεται ότι ουδείς ενδιαφέρεται. Παράδειγμα, οι εξαγγελθείσες αλλαγές στο ΕΣΥ. Είναι μεν ευπρόσδεκτες, αλλά ελλιπείς. Ακόμη και αν εφαρμοσθούν μόνες τους πλήρως, ούτε κατ’ ελάχιστον θα επηρεάσουν τη θνητότητα της συγκεκριμένης μονάδας. Η θνητότητα θα μπορούσε να μειωθεί, αν βελτιωνόταν η κατάρτιση των γιατρών. Εχω την πεποίθηση ότι, όπως δεν αναμένουμε καλή εκπαίδευση των παιδιών μας, αν, ανεξάρτητα από τον αριθμό και την κατάσταση των σχολικών αιθουσών, έχουμε αγράμματους δασκάλους, έτσι δεν πρέπει να προσδοκούμε υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας χωρίς επαρκώς καταρτισμένους γιατρούς, ακόμη και αν κάνουμε οποιεσδήποτε αλλαγές στο ΕΣΥ. Δεν υπονοώ ότι όλοι οι Ελληνες γιατροί είναι ανεκπαίδευτοι. Αντιθέτως. Γνωρίζουμε όλοι πως διαθέτουμε αρκετούς άριστα εκπαιδευμένους γιατρούς. Τρανή απόδειξη οι εξαιρετικοί συνάδελφοι, που αντιμετώπισαν επιτυχώς την πανδημία. Ωστόσο, πιστεύω ότι εκτός από τους επαρκείς έχουμε και πολλούς επαγγελματικώς ανεπαρκείς ή δυνητικά επικίνδυνους γιατρούς. Αυτό συμβαίνει, διότι η μεταπτυχιακή ιατρική μας εκπαίδευση πάσχει. Παρά ταύτα η χώρα μας αρνείται να εφαρμόσει τις οδηγίες και συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που αποσκοπούν στην εναρμόνιση της ιατρικής εκπαίδευσης στις χώρες-μέλη της Ενωσης, ώστε η παρεχόμενη ιατρική φροντίδα σε όλους τους πολίτες της να είναι υψηλής στάθμης. 

Αν θέλουμε να μην ξαναδούμε τη φρικτή θνητότητα 100% σε οποιοδήποτε νοσοκομείο της χώρας, πρέπει στην εξαγγελθείσα αναδιοργάνωση του ΕΣΥ να περιληφθεί απαραιτήτως και η εκ βάθρων αναδιάρθρωση της παρεχόμενης μεταπτυχιακής ιατρικής εκπαίδευσης σύμφωνα με τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες και συστάσεις. Ει δ’ άλλως θα χτίζουμε επί άμμου.