ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Τις η αλήθεια;» και Ελληνικά Χρονικά

Κύριε διευθυντά
Ο επιτυχής συνδυασμός της επιστολής του κ. Αναστασίου Στέφου και του υπομνηματισμού των εικόνων, οι οποίες τη συνόδευαν στη σελίδα με τα «Γράμματα αναγνωστών» της «Κ» της 22.5.2021, έδωσε στους αναγνώστες της την ευκαιρία να σχηματίσουν σαφή αντίληψη για την οφειλόμενη αναγνώριση της προσφοράς του εκδότη των Ελληνικών Χρονικών του Μεσολογγίου Ιωάννη-Ιακώβου Μάγερ. Εμπερίσκεπτος και σοβαρή η Ιστορία, ευγνωμονούσα και δακρύουσα η Ελλάς, κλίνουν το γόνυ μπροστά στα λείψανα του φιλέλληνα Ελβετού, της συζύγου του και των παιδιών τους που σφαγιάστηκαν κατά την Εξοδο του Μεσολογγίου. Ομως ουδέν καλόν αμιγές κακού στο μέγα ψηφιδωτό της Ελληνικής Επανάστασης. Στις σελίδες της ίδιας Ιστορίας καιροφυλακτούν οι διχοστασίες που επικαλούνται τη μεροληψία και την απόλυτη εξάρτηση του Μάγερ από τον Μαυροκορδάτο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιστολή την οποία έστειλαν στον «συντάκτη» των Χρονικών μετά τη νικηφόρα μάχη της Αμπλιανης τον Ιούλιο του 1824 οι οπλαρχηγοί που τη διεξήγαγαν και είχαν κατατροπώσει μια τουρκική στρατιά. Ο Περραιβός που πήρε μέρος στη μάχη και είναι πιθανότατα ο συντάκτης της επιστολής εξηγεί:  «Εν τοσούτω, μετ’ ολίγας ημέρας εφάνησαν εις το στρατόπεδον αι εφημερίδες, τα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγίου, τα οποία αναγνωσθέντα ετάραξαν πολύ τους οπλαρχηγούς διότι έλεγαν ότι ο Χρήστος Μακρής (όστις ην τότε εις το Κράββαρι, δύο ημερών μακράν της μάχης) και ο Δήμος Σκαλτζάς (και ούτος τεσσάρων ωρών, εις χωρίον Συγδίτζα προσευχόμενος μετά των καλογήρων διά την νίκην) έτρεψαν εις φυγήν τους εχθρούς […] Δυσαρεστηθέντες διά τούτο κατά του Εφημεριδογράφου έγραψαν προς αυτόν ως εφεξής:». Στα «εφεξής» βρίσκονται μαζεμένα η οργή και το τραχύ/άγριο ήθος των καπεταναίων συσκευασμένα στους περίτεχνους λογιωτατισμούς του Περραιβού, γίνεται η πρώτη ίσως συνάντηση με το αργότερα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη και το αντίστοιχο χρέος του Τύπου να αποκαθίσταται η τιμή του θιγομένου με δημοσίευση της απάντησής του, και υψώνεται (με έμμεσο τρόπο, αλλά σαφώς απειλητικό) το ρόπαλο της ισχύος και της βίας κατά της ελευθεροτυπίας.  «Κύριε Συντάκτα των Ελληνικών Χρονικών», του γράφουν. «Κανέν άλλο αίτιον δεν μας παρακινεί να είπωμεν ολίγα τινά κατά των εφημερίδων σου, ειμή ο προς την πατρίδα ένθερμος ζήλος μας όστις […] δεν υποφέρει βλέπων υβριζομένην αναιδώς την αλήθειαν. Εις τας εφημερίδας σου δεν βλέπει τις παρά λόγους γελοιώδεις, ψευδείς και βαρβαροϋβριστικούς. Οι γελοιώδεις είναι εκείνοι δι’ ων επαινείς με τίτλους παχείς άτομα τινά χαμερπή, ύπουλα και φιλότουρκα. Δεν ηξεύρομεν όμως, από φιλίαν κινούμενος ή από άγνοιαν τα επαινείς […]».  Η οργίλη πανταχούσα συνεχίζεται επί μακρόν και καταλήγει με… συμβουλές:  «Κρίνοντες περιττόν να είπωμεν πλειότερα, σε παρακαλούμεν τέλος πάντων, και σε συμβουλεύομεν ν’ ακολουθής εις το εξής τους δύο τούτους κανόνας, πρώτον να ζητής εις όλα την αλήθειαν και δεύτερον να περιορίζεσαι εις μόνα τα ωφέλιμα. 29 Ιουλίου 1824. Οι κατά το στρατόπεδον Αμπλιανης οπλαρχηγοί και αξιωματικοί».  Φυσικά, και τότε και πάντοτε το ζήτημα ήταν και είναι: «Τις η αλήθεια;». Και: «Ποιος ορίζει ποιο είναι το ωφέλιμο;».